Του Βασίλη Πάικου
Facebooktwittergoogle_plus

Επιμένει η αντιπολίτευση, προπάντων η Ν.Δ. αλλά και η Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι, σε «δίκη προθέσεων». Υποστηρίζοντας ότι με τις συνταγματικές της πρωτοβουλίες η Κυβέρνηση, επιχειρεί ν’ αλλάξει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης. Να αποπροσανατολίσει από τα δύσκολα. Από τις περί την αξιολόγηση εκκρεμότητες.

Δυσκολεύεται κανείς να καταλάβει γιατί η αντιπολίτευση, σχεδόν στο σύνολό της, ενίσταται κάθε φορά που ανακινείται το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης. Τότε που, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού, ξεκίνησε η όλη διαδικασία. Τώρα που ο Αλέξης Τσίπρας, με την προ ημερών παρουσία του στην Επιτροπή Κοινωνικού Διαλόγου, επεχείρησε να ενισχύσει τη λαϊκή συμμετοχή σ’ αυτόν.

Γιατί όμως αντιμετωπίζει με τέτοια νευρικότητα η αντιπολίτευση την αναθεώρηση; Ειδικότερα τον περί αυτήν κοινωνικό διάλογο; Και γιατί επιμένει στη «δίκη κυβερνητικών προθέσεων»; Προσπερνώντας την ουσία του πράγματος; Την τόσο σημαίνουσα, εξάλλου, ουσία του πράγματος…

Επιμένει η αντιπολίτευση, προπάντων η Ν.Δ. αλλά και η Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι, σε «δίκη προθέσεων». Υποστηρίζοντας ότι με τις συνταγματικές της πρωτοβουλίες η Κυβέρνηση, επιχειρεί ν’ αλλάξει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης. Να αποπροσανατολίσει από τα δύσκολα. Από τις περί την αξιολόγηση εκκρεμότητες.

Εντάξει, είναι κι αυτή μια σκέψη, μια εκτίμηση. Και δικαιούται η αντιπολίτευση να την προβάλλει. Αν και η πραγματικότητα την διαψεύδει. Δείχνοντας πως κάθε άλλο παρά αλλαγή της ατζέντας διαπιστώθηκε. Δηλαδή και να το ‘θελε η κυβέρνηση, δεν το πέτυχε. Η δημόσια συζήτηση παραμένει πεισματικά προσηλωμένη στην αξιολόγηση. Όπως ήταν άλλωστε απολύτως φυσικό και αναμενόμενο. Δικαιούται λοιπόν η αντιπολίτευση να έχει τις δικές της εκτιμήσεις. Δεν δικαιούται όμως να παραβλέπει την ουσία του θέματος. Να προσπερνά την αναθεώρηση και την ανάγκη της. Κι όμως αυτό κάνει, αυτό ακριβώς.

Να μην επιθυμεί η αντιπολίτευση την αναθεώρηση, μάλλον αποκλείεται. Να μην αντιλαμβάνεται την ανάγκη, την επείγουσα ανάγκη των αλλαγών στο Σύνταγμα, είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς. Πολύ περισσότερο που ειδικά η Ν.Δ. έχει από χρόνια (επί ηγεσίας Σαμαρά) συγκροτήσει τη δική της, την κομματική επιτροπή αναθεώρησης (υπό τον Δημήτρη Αβραμόπουλο τότε) προς έγκαιρη προετοιμασία. Κι ενώ έχει δημοσίως αναγνωρίσει την ανάγκη αλλαγών, ως προς ευρεία συνταγματική ύλη, υπερώριμη στη συνείδηση του λαού. Να μην αναγνωρίζει στη σημερινή κυβέρνηση το δικαίωμα των σχετικών πρωτοβουλιών; Επειδή την θέλει σε -διαρκή- αποδρομή; Και επειδή αισθάνεται η ίδια ως «κυβέρνηση εν αναμονή»; Ε, αν ισχύει κάτι τέτοιο, θα πρόκειται για κορυφαίο θεσμικό παράδοξο. Και θεσμικό ατόπημα επίσης. Οπότε τι; Γιατί; Προς τι οι διαμαρτυρίες, οι αντιρρήσεις και οι ενστάσεις;

Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία;

Το λογικά πιθανότερο λοιπόν είναι πως δεν συμφωνεί η Ν.Δ. με τη συμμετοχή του λαού στην αναθεωρητική διαδικασία. Διαδικασία πρωτόγνωρη ασφαλώς αλλά, χωρίς αμφιβολία, ιδιαιτέρως θετική, γόνιμη και ελπιδοφόρα. Πολύ περισσότερο που δεν έρχεται να υποκαταστήσει τις εκ του Συντάγματος προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές αρμοδιότητες. Να τις ενισχύσει επιχειρεί. Τροφοδοτώντας τες με ιδέες και προτάσεις εκ της κοινωνίας εκπορευόμενες. Και μάλιστα δίχως αυτές να δεσμεύουν κανέναν και για τίποτα. Ίσως μονάχα ηθικά. Είναι δε ο ίδιος ο πρωθυπουργός που όρισε το φθινόπωρο του 2017, με την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, ως το σημείο εκκίνησης των αναθεωρητικών διαδικασιών στη Βουλή.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Γιατί η Ν.Δ., αλλά και το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, αντιδρούν στο ενδεχόμενο συμμετοχής της κοινωνίας σ’ αυτό το πρωτότυπο εγχείρημα; Γιατί αισθάνονται ότι «απειλούνται» από τη λαϊκή παρέμβαση; Γιατί εννοούν να δείχνουν ότι «φοβούνται» τον λαό; Τα κόμματα τα οποία, παρ’ όλ’ αυτά, διεκδικούν για τον εαυτό τους τον τίτλο του μαχόμενου μεταρρυθμιστή. Κι ενώ πρόκειται για τη μείζονα θεσμική μεταρρύθμιση. Για την αναθεώρηση του Συντάγματος της Χώρας.

Συμπτώματα πολιτικής αλλεργίας λοιπόν, απέναντι σε ό,τι και όπου παρεμβαίνει η κοινωνία. Σε ό,τι προέρχεται από τον λαό. Αν τώρα η αντιπολίτευση θεωρεί πως κάτι τέτοιο την κολακεύει, είναι δικός της λογαριασμός. Το βέβαιο, το απογοητευτικά βέβαιο, είναι πως η συγκεκριμένη στάση κάθε άλλο παρά συμβάλλει στη θεσμική αναμόρφωση της χώρας. Καθώς μάλιστα η αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί την αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 σε τουλάχιστον μία από τις δύο Βουλές της διαδικασίας, μονάχα μελαγχολικές σκέψεις μπορούν να προκληθούν. Ως προς την τελική έκβαση του εγχειρήματος.

Αν οι δεδομένες αντι-ΣΥΡΙΖΑ εμμονές της όλης αντιπολίτευσης επεκταθούν και παρενεργήσουν και επί της αναθεώρησης του Συντάγματος, θα έχουμε τότε επανάληψη του άγονου, του ντροπιαστικού αναθεωρητικού εγχειρήματος του 2008. Θα έχει, μ’ άλλα λόγια, χαθεί μια ακόμη ευκαιρία. Και οι τέτοιες ευκαιρίες δεν είναι πολλές, ούτε συχνές, κάθε άλλο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι θα πρέπει να περάσουν πέντε ολόκληρα χρόνια, για να μπορέσει να δρομολογηθεί νέα αναθεωρητική διαδικασία. Αν και τότε είναι πρόσφορες οι συνθήκες. Ζήσε Μάη μου, δηλαδή. Και θα είναι κρίμα, πολύ κρίμα…

Πηγή: avgi.gr