Facebooktwittergoogle_plus

«Επίσης ευελπιστούμε να έχει διαμορφωθεί στο επίπεδο της κοινωνίας θετική τελική αποτίμηση της κυβερνητικής θητεία» τόνισε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Η Ελευθερία του Τύπου ο πρόεδρος τη Βουλής Νίκος Βούτσης

-Κύριε πρόεδρε, η συμφωνία της Μάλτας εγκρίθηκε από το κόμμα. Μπορεί να την αποδεχθεί η κοινωνία;  

-Είμαι αισιόδοξος ότι με βάση αυτή τη συμφωνία μένουμε πάνω στις ράγες της εντολής την οποία είχε πάρει η κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 2015 για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα τον Αύγουστο 2018 με την κοινωνία όρθια. Υπάρχουν δυνατότητες μέχρι τότε, αντλώντας από τα θετικά της συμφωνίας, να υπάρξει μια ουσιαστική βελτίωση στον τομέα της οικονομίας, των επενδύσεων, της ανάπτυξης, της αντιμετώπισης του θέματος της ανεργίας και ταυτόχρονα να ξετυλιχθεί και το υπόλοιπο κυβερνητικό πρόγραμμα. Δεν το ονομάζω παράλληλο…

 -Το ξεχάσατε το παράλληλο;

-Όχι, πλέον όμως, έχοντας μπροστά μας αυτό το κέρδος χρόνου, μπορεί με τακτικό τρόπο η κυβέρνηση να φέρει νομοθετήματα που αφορούν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και ταυτόχρονα να εφαρμόζει πολιτικές όπως αυτή π.χ. του  κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης ή επίσης για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας που ήδη κατατίθεται το νομοσχέδιο, πολιτικές οι οποίες  έχουν σαφές κοινωνικό πρόσημο και διαμορφώνουν ένα κοινωνικό αποτύπωμα θετικό. Άρα αυτόν τον 1,5 χρόνο δεν θα υπάρχουν επιπλέον μέτρα επιβάρυνσης κοινωνικής. Επίσης ευελπιστούμε να έχει διαμορφωθεί στο επίπεδο της κοινωνίας θετική τελική αποτίμηση της κυβερνητικής θητείας. Και αυτό, για να είναι πιο εύκολο να εφαρμοστούν αυτά που αποκαλούνται μέτρα και αντίμετρα και να εξισορροπηθούν ύστερα, μετά δηλαδή το 2018, ή και επιπλέον πολιτικές που θα μπορούν να εφαρμοστούν τότε μέσα σε ένα νέο διεθνές πλαίσιο.

 -Ο στόχος σας;

-Βασικός στόχος να ανακουφίσουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα νομίζουμε και με παρόντα τα αρνητικά μέτρα που αφορούν στο αφορολόγητο και στις συντάξεις. Είναι μια μάχη στη συνέχεια ενός πολέμου μέσα στον οποίο είναι η χώρα και προφανώς και η κυβέρνηση. Το πρόγραμμα που καλείται η ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει είναι πρόγραμμα κοινωνικής επιβίωσης και ανόρθωσης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Είναι σίγουρο δε ότι, ακόμα και από όσες πλευρές είναι λιγότερο αισιόδοξες σε σχέση με μένα, δεν προεικάζεται ότι θα υπάρξει ανάγκη 4ου προγράμματος.

 -Το παιχνίδι μπορεί να γυρίσει; Γιατί δημοσκοπικά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ πίσω από τη Ν.Δ.

-Δεν πιστεύω πως οι δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου μπορούν να αποτυπώσουν τη δυναμική εξέλιξη της οικονομίας και της πολιτικής ζωής του τόπου. Και αυτό διότι –και αυτό σημαίνει δημοσκοπήσεις– στατικά αποτυπώνουν μια κατάσταση στην οποία εύλογα διατυπώνονται επιφυλάξεις, αντιρρήσεις, ενστάσεις ή και ουσιαστικές διαφωνίες. Πιστεύω ότι η κατάσταση μπορεί να ανατραπεί και να κλείσει ο εκλογικός κύκλος της 4ετίας και να πάμε σε εκλογές στις οποίες πλέον θα υπάρχει ένα ρεαλιστικό ζωντανό αφήγημα που θα δημιουργεί μια νέα ελπίδα για τον ελληνικό λαό.

 -Πολλοί υποστηρίζουν, επειδή το πρόγραμμα τελειώνει το καλοκαίρι του 2018,  ότι θα γίνουν εκλογές πριν από τη λήξη του, ώστε να φορτωθεί η Ν.Δ.­­­ τα όποια μελλοντικά αρνητικά μέτρα. Μάλιστα, εκτιμούν ότι επενδύετε ως κόμμα στη λεγόμενη δεξιά παρένθεση. Υπαρκτό το σενάριο;

-Αποκλείω απολύτως αυτό το σενάριο, γιατί δεν αντιστοιχεί στη δική μας πρόθεση με βάση την οποία συνεχίζουμε αυτή την προσπάθεια. Η πρόθεση είναι να υπάρξει ένας απολογισμός δημόσιος και ειλικρινής προς τον ελληνικό λαό, μετά τη λήξη του προγράμματος, που θα συμπεριλαμβάνει το συνολικό αποτύπωμα της κυβερνητικής πολιτικής σε όλους τους τομείς και την ευθύνη την οποία αναλάβαμε και την οποία θα ζητήσουμε να μας δοθεί η ευκαιρία για να τη συνεχίσουμε και να την ολοκληρώσουμε. Οτιδήποτε ενδιάμεσο αφαιρεί το βασικό πλεονέκτημα να εμφανίσεις ένα συνολικό αφήγημα στη βάση της εντολής η οποία είχε δοθεί και η οποία ήταν σαφής, να κλείσει το πρόγραμμα, να βγει η χώρα στις αγορές με την κοινωνία όρθια. Εκεί θα κριθούμε. Οτιδήποτε ενδιάμεσο, οτιδήποτε δηλαδή κόψει αυτή την αλληλουχία των πραγμάτων, θα είναι μια τακτική πολιτική κίνηση η οποία πιστεύω δεν θα εκτιμηθεί από τον ελληνικό λαό και άρα είναι λάθος.

 -Τα σενάρια όμως διαρρέονται από συγκεκριμένους κύκλους. Θέλουν αυτοί οι κύκλοι ανατροπή της κυβέρνησης;

-Καταρχήν, πλέον δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους σενάρια για ενδιάμεση ανατροπή της κυβέρνησης – στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος. Διότι η κοινωνία, όταν πιέσει, έχει τρόπους να οδηγήσει ακόμα και σε ανατροπές. Αυτό το αντιμετωπίζει η κυβέρνηση με μια ειλικρινή κατάθεση κοινωνικής πολιτικής όπου δημιουργείται αυτό το πεδίο των αντιρρήσεων μεν, πλην όμως ανοχής. Οι κύκλοι οι οποίοι υπονοούν αυτά τα σενάρια από το εξωτερικό, π.χ. οι διεθνείς συνομιλητές μας, έχουν άλλες προτεραιότητες –και καλά κάνουν και τις έχουν– δηλ. είτε αφορούν στον εκλογικό κύκλο των δικών τους αναμετρήσεων μέσα στο 2017, είτε αφορούν –και πιστεύω πως είναι και το πιο σπουδαίο– το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αν θα υπάρξει και πώς θα υπάρξει αυτό το μέλλον. Μέσα εκεί θα κριθούν όλα. Πιστεύω πως θα ήταν απόλυτη πολιτική αστοχία και απολύτως ανιστόρητο να ασχοληθούν πλέον από εδώ και πέρα με έναν τρόπο εκδικητικό και μαχητικό με το πώς θα πέσει η ελληνική κυβέρνηση. Θεωρώ ότι πλέον και οι δύο αυτές πιέσεις που υπήρχαν μέχρι τώρα θα συρρικνωθούν…

 -Άρα ο κ. Μητσοτάκης και η Ν.Δ. θα περιμένουν κι άλλο;

-Συμβαίνει πάρα πολλές φορές όταν ξεκινάς μια κούρσα να μην ξέρεις ακριβώς αν είναι ταχύτητας, αντοχής, ημιαντοχής ή μαραθώνιος. Εάν δεν έχεις τα αναλυτικά εργαλεία και τις σωστές εκτιμήσεις για να αντιληφθείς έγκαιρα, ποτέ δεν μπορεί να ξέρεις από πριν στην πολιτική. Διότι και εμείς είχαμε μια ιλιγγιώδη πολιτική άνοδο την οποία δεν μπορούσαμε να την προβλέψουμε. Άρα λοιπόν και ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί να προβλέψει τίποτα…

 -Το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο τελείωσε; Είναι πλέον «εμείς και το παλαιό πολιτικό καθεστώς»;

-Έχει παραχθεί σήμερα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη –το 2017 δεν είναι 2015– ένας συγκερασμός, μια νέα ποιότητα πάνω στη γραμμή αντιπαράθεσης ανάμεσα στον νεοφιλελευθερισμό και στις προοδευτικές απόψεις. Αυτό το οποίο ζει ολόκληρος ο κόσμος με την παγκοσμιοποίηση, η Ευρώπη με την οικονομική και πολιτική κρίση αλλά και με την κρίση ταυτότητας που περνάει, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ενέργεια των ακραίων νεοφιλελεύθερων απόψεων. Άρα πλέον έχουμε πάει ένα βήμα πιο μπροστά… Δεν έχει ξεχαστεί αυτό. Ενυπάρχουν στοιχεία αυτών των διαφοροποιήσεων μέσα στην καινούργια αντίθεση και γι’ αυτό έχουν μεγάλη σημασία οι δύο Εξεταστικές, δηλαδή της υγείας και των εξοπλιστικών προγραμμάτων.

 -Τις χρησιμοποιείτε ως όπλο;

-Τις χρησιμοποιούμε ως δυνατότητα για να καταδειχθεί, όχι στενά, η σύγκρουση και η υπεροχή του νέου, του μη υπεύθυνου, έναντι του παλαιού πολιτικού προσωπικού, αλλά για να καταδειχθούν οι μεγάλες ευθύνες του πώς έφτασε η χώρα στη χρεοκοπία. Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν μπορεί παρά να απαντηθεί κάποια στιγμή. Όχι με κάποια Εξεταστική, αλλά με διάφορους τρόπους… Είναι σημαντικό, με έναν τρόπο εναργή κοινοβουλευτικά, σε ορισμένες πλευρές όπου όλοι λένε ότι υπήρξαν ευθύνες πολιτικών –για πολιτικές μιλάω, τα πρόσωπα έρχονται ύστερα– αυτές οι πολιτικές να ψαχτούν και να ερμηνευτούν. Το ίδιο κάναμε και για τη διαπλοκή σε σχέση με τα ΜΜΕ.

 -Στο κάδρο βάζετε και τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, Καραμανλή και Σημίτη;

-Βάζουμε όλο το παλαιό πολιτικό σύστημα όπου ο καθένας είχε και έχει τις δικές του ευθύνες, αλλά είχε και έχει και τις δικές του ερμηνείες για το τι έγινε. Π.χ. υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που αποθέωνε τον κ. Σημίτη ότι ήταν ο καλύτερος πρωθυπουργός, έβαλε τη χώρα στην ΟΝΕ κ.λπ. και την ίδια ώρα υπάρχει ο αντίλογος και μέσα από τη δεξιά, και μέσα από την αριστερά, και μέσα από το σώμα και τους κύκλους του ίδιου του ΠΑΣΟΚ. Πρέπει λοιπόν με μεγάλη ευθυκρισία, δικαιοσύνη και θεσμική προσήλωση, δηλ. χωρίς σκανδαλολογία και αναφορά σε κυνήγι μαγισσών, να υπάρξει αυτή η διαδικασία, διότι βοηθάει πάρα πολύ στη διαμόρφωση μιας συνείδησης.

-Μιλήσατε για θεσμική προσήλωση. Κινείται εκτός του ρόλου του ο Γιάννης Στουρνάρας;

-Τον κ. Στουρνάρα θα τον προτιμούσα στον ρόλο του ανθρώπου ο όποιος έβαλε πριν ένα εξάμηνο το ζήτημα του 2% στα πλεονάσματα για τη χώρα και πως αυτό μέσα και από την ΕΚΤ μπορεί να μορφοποιηθεί, και να ήταν μια πραγματική ανάσα που συνέκλινε με θέματα και με αιτήματα που μπαίνουν όχι μόνο από την κυβέρνηση άλλα από έναν ευρύτερο περίγυρο. Δεν τον προτιμώ, είναι σαφές, όταν υπεισέρχεται μέσα από ομιλίες ή τοποθετήσεις του και συναθροίζεται με απόψεις που διαμορφώνονται από την αξιωματική αντιπολίτευση.

 -Βλέπετε επιχείρηση παλινόρθωσης του παλαιού συστήματος μέσα από τέτοιες κινήσεις; Υπάρχει συνεργασία με τη Ν.Δ.;

-Όταν οι πολιτικοί θύτες διεκδικούν –έχουν κάθε δικαίωμα, συνταγματικό– να σώσουν ξανά τη χώρα, λέγοντας πως η αριστερά ήρθε περίπου στη διακυβέρνηση ως ένα ιστορικό ατύχημα και θα πρέπει να φύγει όσο γίνεται πιο γρήγορα, μία τέτοια απαίτηση ο κόσμος θα την αποδομήσει. Αυτό το έργο το βλέπουμε, υπάρχει, αλλά πιστεύω πως έχει κοντά ποδάρια.

-Πέρα από τον ιδεολογικό σας αντίπαλο, τη Ν.Δ., στον ΣΥΡΙΖΑ είναι όλα ρόδινα; Είδαμε προ ημερών διαφωνίες στην Κ.Ε. 

-Εάν ευελπιστούμε να πείσουμε την κοινωνία, είμαστε υποχρεωμένοι μέσα από τη συζήτηση, τον διάλογο και τα επιχειρήματα να πειστούμε αναμεταξύ μας. Αν αυτό δεν το κατορθώσουμε –αν όχι τώρα, σε μερικούς μήνες– είναι προφανές ότι δεν θα μπορούμε να πείσουμε και την ελληνική κοινωνία. Είναι ένα ερώτημα δεύτερο σε σχέση με το μεγάλο ερώτημα για τη σχέση μας με την κοινωνία και την εξέλιξη.

 -Ολοκληρώνεται ο κύκλος συνεργασίας με τους ΑΝ.ΕΛ.; Πόσο μπορεί να τραβήξει αυτή η συνεργασία την ώρα που ο πρωθυπουργός έρχεται όλο και πιο κοντά με τους σοσιαλδημοκράτες;

-H κυβερνητική συνεργασία που έγινε εδώ και 2,5 χρόνια και δοκιμάστηκε δύο ή τρεις φορές μέσα στη λαϊκή συναίνεση δεν είχε προγραμματική βάση. Είχε όμως σαφώς μεγάλη προσήλωση στις προγραμματικές δηλώσεις των κυβερνήσεων, της πρώτης φάσης και της δεύτερης φάσης. Η προσπάθεια που γίνεται όλους αυτούς τους μήνες είναι τα πραγματικά ιδεολογικά θεωρητικά προβλήματα, οι ανησυχίες, οι διαφορετικές σχολές σκέψης που έχει η κεντροδεξιά από τη ριζοσπαστική αριστερά να γεφυρωθούν ή να μπουν στην άκρη. Είχαμε τέτοια ζητήματα και θα έχουμε και μπροστά μας, πλην όμως υπάρχει μια σαφής προσήλωση και συνέργεια στο πολιτικό πρόγραμμα. Σήμερα πρέπει να εργαζόμαστε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα για τη διαμόρφωση ευρέων, προοδευτικών,  αντινεοφιλελεύθερων μετώπων με κορμό την αριστερά, τη ριζοσπαστική δικιά μας αριστερά και άλλες δυνάμεις της αριστεράς, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες που έχουν αποκοπεί από τον εναγκαλισμό από τον νεοφιλελευθερισμό. Στην ελληνική περίπτωση ένα τέτοιο μέτωπο μπορεί σε μεγάλο βαθμό να εμπλουτιστεί, να εμπεριέχει ή να συνεργάζεται εξωτερικά και με πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αναδείχθηκαν στον αντιμνημονιακό αγώνα. Άρα υπονοώ ευθέως ότι δεν βλέπω έξω από αυτά τα μέτωπα –και στο προσεχές διάστημα– να αποκλείονται a priori δυνάμεις της λαϊκής δεξιάς ή της κεντροδεξιάς.

-Η σχέση ΣΥΡΙΖΑ–ΠΑΣΟΚ ποια μπορεί να είναι;

-Eίναι θέμα του ΠΑΣΟΚ. Εμάς μας ενδιαφέρει αυτή η εξέλιξη, όπου στην ίδια σοσιαλδημοκρατική μήτρα του πολιτικού συστήματος θα υπάρξει μία αντιστοίχιση με παράλληλες διεργασίες που γίνονται στην Ευρώπη και οι οποίες θα σημαίνουν μια ρητή αποκοπή και από νεοφιλελεύθερα προγραμματικά στοιχεία και από οποιαδήποτε προοπτική σύμπραξης με τη δεξιά. Θα ήταν μια εξέλιξη θετική, διότι κανένα κόμμα και κανένας χώρος δεν μένει ακίνητος, αλώβητος, ανεπηρέαστος από αυτές τις δραματικές επιπτώσεις της κρίσης. Άρα, όπως εμείς αλλάζουμε τακτικά, αναθεωρούμε απόψεις αλλά πιστεύουμε ενδόμυχα ότι βρισκόμαστε στον ίδιο δρόμο, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να αποκλείσουμε και άλλες δυνάμεις που είναι από άλλες παραδόσεις… κεντρογενείς και σοσιαλδημοκρατικές.