Δημήτρης Ραπίδης
Facebooktwittergoogle_plus

Ο Βίκτορ Όρμπαν σημείωσε την τρίτη κατά σειρά εκλογική του νίκη στην Ουγγαρία, επαληθεύοντας με εμφατικό τρόπο την υπερσυντηρητική στροφή και την ακροδεξιά ενδυνάμωση σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα ήταν άστοχο να σημειώσουμε ότι η νίκη του αφορά μόνο στην ιδεολογική «σκλήρυνση» που παρατηρείται σε
κράτη της Κεντρικής Ευρώπης, με αφορμή το προσφυγικό ζήτημα, καθώς αποτυπώνει μια συνολικά νέα πραγματικότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και όχι μόνο σε επίπεδο εθνικό.

Η ρητορική τους μίσους και οι ξενοφοβικές αναφορές με τις οποίες πορεύτηκε προεκλογικά ο Όρμπαν, αλλά και καθ’όλη τη διάρκεια της προηγούμενης θητείας του, αποτελούν το πρώτο βασικό ζήτημα που πρέπει να μας προβληματίσει. Σύμφωνα με τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων, πάνω από το 55% του εκλογικού σώματος που ψήφισε τον Όρμπαν εκτιμά ότι το προσφυγικό ζήτημα αποτελεί μείζον εθνικό θέμα για την Ουγγαρία. Επίσης, το ίδιο ποσοστό των εκλογέων επικροτεί τις προσπάθειες και πρωτοβουλίες της ουγγρικής ηγεσίας να σαμποτάρει την εφαρμογή του προγράμματος μετεγκατάστασης και να συμβάλλει στο μπλοκάρισμα του λεγόμενου «βαλκανικού διαδρόμου» για τους πρόσφυγες προς την Κεντρική Ευρώπη.

Η θεσμική πρόβλεψη της Κομισιόν για ορθό επιμερισμό των βαρών δεν επιβεβαιώθηκε τελικά στην πράξη από το 2015 μέχρι και το τέλος του 2017, την περίοδο δηλαδή που βρισκόταν σε εφαρμογή το πρόγραμμα μετεγκατάστασης, με τις χώρες του Βίσεγκραντ και την Αυστρία να δημιουργούν διαρκώς αναχώματα προς τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, εγκλωβίζοντας κατά συνέπεια του πρόσφυγες σε Ελλάδα και Ιταλία.

Το δεύτερο βασικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει αφορά στην υποδοχή που επεφύλαξε η ηγεσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Κομισιόν στη νίκη του Όρμπαν. Αμφότεροι οι Τουσκ και Γιουνκέρ έσπευσαν να συγχαρούν τον Όρμπαν, λησμονώντας τα προβλήματα που η πολιτική του δημιούργησε στα υπόλοιπα κράτη-μέλη στο προσφυγικό ζήτημα, στην εφαρμογή των υποχρεώσεων της Ουγγαρίας απέναντι στα κράτη-μέλη, αλλά και στο ζήτημα της ελευθερίας του Τύπου.

Το πρώτο εξάμηνο του 2017, η Κομισιόν είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι τα κράτη-μέλη που δεν τηρούν την συμφωνία μετεγκατάστασης θα υπόκεινται σε κυρώσεις, οι οποίες κυρώσεις ποτέ δεν εφαρμόστηκαν. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Ουγγαρίας, είναι πως το 45% των Ούγγρων εκτιμά πως η πολιτική Όρμπαν, ειδικά
σε θέματα που ο ίδιος έρχεται σε σύγκρουση με τη «γραμμή» των Βρυξελλών, ενδυναμώνουν τη θέση της χώρας εντός του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και πως είναι απαραίτητο η ουγγρική ηγεσία να επιμένει στην εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος με «κάθε κόστος». Το βασικό προεκλογικό σύνθημα του Όρμπαν ήταν το «Ας υπερασπιστούμε την Ουγγαρία», το οποίο φαίνεται τελικά ότι, βάσει του εκλογικού αποτελέσματος, «πέρασε» ως μήνυμα σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας.

Το τρίτο βασικό ζήτημα είναι εκείνο των ψευδών ειδήσεων, το οποίο δεν απασχολεί μόνο την Ουγγαρία, αλλά συνολικά την Ευρώπη. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, μαζί με τη διασπορά των ψευδών ειδήσεων, εμφανίστηκαν στην Ουγγαρία «κόμματα-φαντάσματα» τα οποία, αφού έλαβαν χορηγίες που δεν δικαιούνταν βάσει του εκλογικού νόμου, στη συνέχεια εξαφανίστηκαν. Η εθνική εκλογική επιτροπή της χώρας δεν έχει ακόμη απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσαν διεθνείς οργανισμοί, επιτελεία παρατηρητών και οργανώσεις που ασχολούνται με το συγκεκριμένο ζήτημα, δημιουργώντας «θολά» σημεία στην όλη εκλογική διαδικασία.

Με βάση τα παραπάνω ζητήματα, γεννάται θέμα διαφάνειας και αξιοπιστίας, όχι μόνο της εκλογικής διαδικασίας, αλλά και συνολικά του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξουσία στην Ουγγαρία, ποια είναι όρια μεταξύ εκτελεστικής,
νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, και βέβαια ποιος είναι ρόλος της ΕΕ, εντός της οποίας κάθε κράτος-μέλος διατηρεί και ασκεί δικαιώματα, αλλά έχει και υποχρεώσεις. Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων, η αντίδραση της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη νίκη του Όρμπαν, και σε ό,τι ο ίδιος και το κόμμα του πρεσβεύουν, είναι τουλάχιστον προβληματική.

Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων #09 του ΕΝΑ