Του Αλέξη Χριστόπουλου
Facebooktwittergoogle_plus

Ο ΣΥΡΙΖΑ από ιδρύσεώς του ήταν ένα κόμμα πολιτικής και όχι ιδεολογικής ενότητας. Η ύπαρξη και η λειτουργία αρχικά των συνιστωσών, και στη συνέχεια των τάσεων κάλυψαν τα κενά και έδωσαν λύσεις σε προβλήματα της εποχής, λειτούργησαν εξισορροπητικά και βοήθησαν στην δημιουργία ενός συνθετικού πολιτικού κλίματος, το οποίο διατηρείται ακόμα στον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό του. Οι εποχές όμως εκείνες πέρασαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 3% και των μικρών κομματικών ακροατηρίων, των ιδεολογημάτων και των βολονταρισμών δεν υπάρχει πια. Στην θέση του βρίσκεται ένα μεγάλο κόμμα, το οποίο αποτελεί τον κύριο βραχίονα της τρικομματικής κυβέρνησης. Ένα κόμμα που κατάφερε να ξεπεράσει νικηφόρα την διάσπαση και να αντιμετωπίσει με επάρκεια την απογοήτευση που σκόρπισε ο συμβιβασμός του 2015. Ένα κόμμα που συνειδητοποίησε την αναγκαιότητα της »βίαιης προσαρμογής» και παραμερίζοντας την λογική του πολιτικού κόστους ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις ανάγκες που δημιούργησε η εποχή της διακυβέρνησης. Ένα κόμμα που προσπάθησε και κατάφερε να περιορίσει στον ελάχιστο δυνατό βαθμό τις συνέπειες της κρίσης και των μνημονίων για τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Σήμερα φτάνει με την κυβέρνησή του στο σημείο μιας καθαρής εξόδου της χώρας από τη σκληρή μνημονιακή επιτροπεία και κατακτά τη δυνατότητα να απλώσει στην κοινωνία τις δικές του πολιτικές επιλογές ή έστω ένα μεγάλο κομμάτι απ’ αυτές.

  Αυτό το κόμμα όμως έχει πλέον άλλα, μεγάλα προβλήματα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με τα παλιά εργαλεία, με δοκιμασμένες στο παρελθόν αλλά ξεπερασμένες σήμερα τακτικές. Προβλήματα που σχετίζονται με το ολιγάριθμο των μελών του, με τα σημαντικά ελλείμματα περιεχομένου στις οργανώσεις του που οδηγούν σε πολιτικό αναχωρητισμό. Με την ευκαιριακή, πρόχειρη και επιφανειακή πολιτική ανάδειξης των στελεχών του. Με την ελλειμματική επαφή του με τα κοινωνικά δρώμενα. Με την σε λάθος βάση σχέση του με εκείνο το κομμάτι του που ασκεί κυβερνητικά καθήκοντα. Με τους εντελώς χαλαρούς δεσμούς, έως δυσδιάκριτους δεσμούς του με την νέα γενιά. Με την ελλιπή μελέτη, κατανόηση και εμβάθυνση των αλλαγών που συντελούνται στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης κλπ. Έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα λειτουργίας τα οποία οφείλονται στις ανάγκες διακυβέρνησης, αλλά και στις »επετηρίδες» που έχουν δημιουργηθεί από διάφορους μηχανισμούς τάσεων, ομάδων κλπ., οι οποίες ολοένα και λιγότερο προσδιορίζονται από ιδεολογικές αναφορές.

  Όλα αυτά πρέπει να ομολογηθούν ακριβώς γιατί επείγει να αλλάξουν. Με ειλικρίνεια και συντροφικότητα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τα όποια λάθη μας, να διορθώσουμε όπου χρειάζεται την πορεία μας, να υπερασπίσουμε αλλά και να προβάλλουμε περισσότερο αποτελεσματικά τα όσα θετικά προσφέραμε στην κοινωνία. Ταυτόχρονα να συμβάλλουμε αποφασιστικά στην υλοποίηση ενός σχεδίου ανόρθωσης της χώρας, που στο επίκεντρό της θα έχει την δίκαιη ανάπτυξη, αλλά και τις θεσμικές παρεμβάσεις που οφείλουμε στην κοινωνία. Γιατί είναι ακριβώς αυτές οι οποίες θα αποκαταστήσουν το »κοινό περί δικαίου αίσθημα» και θα θεραπεύσουν τις δομικές αδυναμίες που φρόντισαν να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν οι αντίπαλοί μας προκειμένου να διαιωνίσουν την νομή της εξουσίας.

  Ο χρόνος που έρχεται θα »σημαδευτεί» από τρείς εκλογικές αναμετρήσεις (Ευρωεκλογές, Αυτοδιοικητικές εκλογές, βουλευτικές εκλογές). Το αποτέλεσμά τους θα κρίνει μια σειρά από σοβαρά επίδικα για την πορεία της χώρας. Η επιτυχία μας στις ευρωεκλογές θα ενισχύσει στην Ευρώπη την φωνή των δυνάμεων που αγωνίζονται για μια αλλαγή πορείας και ενάντια στην νεοφιλελεύθερη κυριαρχία, αλλά και στην κοινή δράση και έκφραση δυνάμεων από την σοσιαλδημοκρατία που αντιλαμβάνονται πλέον τα καταστροφικά αποτελέσματα της συμπόρευσής τους με τον νεοφιλελευθερισμό. Η επιτυχία μας στις αυτοδιοικητικές εκλογές θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις για ευρύτερα συμμαχικά σχήματα τα οποία θα διεκδικήσουν με αξιώσεις νικηφόρα αποτελέσματα. Σ’ αυτό το σημείο επισημαίνω τον κίνδυνο να »μεταφρασθεί» η απλή αναλογική σαν ευκαιρία καταγραφής των δυνάμεών μας μεταθέτοντας για μετά τις εκλογές την δημιουργία συμμαχιών. Πρόκειται για σοβαρό πολιτικό λάθος στρατηγικού χαρακτήρα που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συμβεί. Η ψήφιση της απλής αναλογικής δημιουργεί κουλτούρα συνεργασιών, οι οποίες πρέπει να οικοδομούνται ευθύς εξ αρχής και να μας φέρνουν σε επαφή με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα της κάθε μικρής κοινωνίας. Τέλος στις βουλευτικές εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί και πρέπει να επικρατήσει. Για να γίνει αυτό οφείλει να καλλιεργήσει έγκαιρα και αποτελεσματικά κλίμα όσμωσης με τους πλέον όμορους χώρους, αποτρέποντας ταυτόχρονα το μέτωπο που τα πάσης φύσεως συμφέροντα επιδιώκουν να διαμορφωθεί εναντίον του.

  Στην μεγάλη τακτική υποχώρηση του 2015, στον συμβιβασμό στον οποίο αναγκασθήκαμε να υποκύψουμε και που μας πόνεσε όλους, ακόμα και όσους έβλεπαν από πριν πως ήταν αναπόφευκτος, πιστεύω ότι βρίσκεται το πρώτο και μεγάλο σημείο επί του οποίου μπορούμε και πρέπει να συγκλίνουμε. Γιατί όλοι όσοι τότε αποφασίσαμε να υπηρετήσουμε αυτή την απόφαση, γνωρίζαμε τις δυσκολίες και τις υπερβάσεις που είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε προκειμένου να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο που δεν ήταν δική μας επιλογή. Αυτό άλλωστε αποδείχθηκε στις σχεδόν ομόφωνες πολιτικές αποφάσεις του 2ου  Συνεδρίου μας, τον Οκτώβρη του 2016. Κατά την γνώμη μου σ’ αυτή τη βάση πλέον θα πρέπει να συγκροτούνται τα όποια ιδεολογικά ρεύματα. Στη βάση δηλ. των αποφάσεων του εκάστοτε συνεδρίου και της ψήφου που έδωσε ο καθένας μας. Αυτό ουσιαστικά οδηγεί σε ανοιχτά ιδεολογικά ρεύματα ιδεών και όχι σε κλειστούς μηχανισμούς στους οποίους η πολιτική συνυπάρχει με ιδιοτέλειες. Είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται αυτή την στιγμή το πολιτικό υποκείμενο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να βελτιώσει την λειτουργία του, να ανασυγκροτηθεί οργανωτικά και μέσα από έναν ώριμο, ανοιχτό, δημιουργικό και συνεχή διάλογο να ανταποκριθεί με επάρκεια στις επιταγές που καθορίζει η συγκυρία αλλά και στην εκπλήρωση του στρατηγικού του στόχου.

Πηγή: εφημερίδα Αυγή