Ιφιγένεια Καμτσίδου
Facebooktwittergoogle_plus

Η Εκκλησία, επωφελούμενη της κοινωνικής επιρροής της και με τη βοήθεια όσων κρατικών λειτουργών είναι ένθερμοι οπαδοί της, έχει επιτύχει σε αρκετές περιπτώσεις τον παραμερισμό των συνταγματικών κανόνων που διαμορφώνουν τον ουδετερόθρησκο χαρακτήρα του κράτους.

Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση επιχειρεί να ιδρύσει αναχώματα απέναντι στους κινδύνους που απειλούν τη δημοκρατία και υπονομεύουν δραστικά τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών στις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτή την κατεύθυνση προτείνονται ρυθμίσεις που θα κάνουν πιο αποτελεσματική τη λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας και θα ενισχύσουν τη Βουλή και το πολιτικό νόημα της εκλογής των βουλευτών. Έτσι, διατυπώνονται προτάσεις που αφορούν την αναθεώρηση των διατάξεων για την ποινική ευθύνη των υπουργών και για τον διορισμό του πρωθυπουργού, ο οποίος υποχρεωτικά θα επιλέγεται από τα μέλη της λαϊκής αντιπροσωπείας, ενώ επίσης σχεδιάζεται η καθιέρωση κωλύματος εκλογιμότητας των βουλευτών, είτε με την μορφή απαγόρευσης της δεύτερης ή τρίτης συνεχούς θητείας, είτε με την πρόβλεψη ανώτατου χρονικού ορίου παραμονής στα βουλευτικά έδρανα (οκταετία ή δεκαετία).

Η διεκδίκηση ενεργού ρόλου στη διακυβέρνηση της χώρας

Ζήτημα δημοκρατίας, ωστόσο, έχει ανακύψει τις δύο τελευταίες δεκαετίες και από την τάση της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδας να διεκδικεί ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας. Η στάση της Εκκλησίας στηρίζεται κυρίως στις ρυθμίσεις του άρθρου 3 του συντάγματος, που ορίζει ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού» και επιβάλλει τον πνευματικό (δογματικό) δεσμό της με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, αλλά εξασφαλίζει διοικητικά το «αυτοκέφαλο» και τη διοίκησή της από την Ιερά Σύνοδο των αρχιερέων σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της που καταρτίζεται με Π.Δ. Το άρθρο 3 συνυπάρχει με τους κανόνες του άρθρου 13, που εγγυώνται την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου και την ίση προστασία των θρησκευτικών κοινοτήτων, όμως το γεγονός ότι η Εκκλησία αποτελεί με βάση το σύνταγμα κρατικό θεσμό οδήγησε σε υπέρβαση του ρόλου που αυτή -πρέπει να- επιτελεί σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Πραγματικά, σύμφωνα με το αληθινό νόημα του άρθρου 3, η συνταγματική αναγνώριση επικρατούσας θρησκείας έχει κυρίως διαπιστωτικό χαρακτήρα και αναπτύσσει κανονιστικές συνέπειες μόνο ως προς οργανωτικά ζητήματα του κράτους (π.χ. καθορισμός των αργιών). Ακόμη, η οργάνωση της Εκκλησίας ως ΝΠΔΔ αποτελεί εγγύηση της διοικητικής της αυτοτέλειας (έναντι τόσο του Πατριαρχείου όσο και της εκτελεστικής εξουσίας), αλλά ταυτόχρονα και θεμέλιο των διακριτών ρόλων Εκκλησίας και Πολιτείας, που με βάση το εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο διαθέτουν διακριτές αρμοδιότητες και ξεχωριστά πεδία δραστηριότητας.

Τούτη η συνεκτική και δικαιοκρατική ερμηνεία του άρθρου 3 δεν περιόρισε τις πολιτικές και πολιτειακές στοχεύσεις της Εκκλησίας, που υποστήριξε πως η χώρα διαθέτει επίσημη, κρατική θρησκεία και ότι αυτή, ως θεσμικός εκφραστής της, δικαιούται να συμπράττει στην άσκηση πλήθους κρατικών αρμοδιοτήτων: από την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες μέχρι τον καθορισμό του περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία της χώρας, η Εκκλησία επεδίωξε να συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών. Μάλιστα, οι απόψεις της ιεραρχίας βρήκαν απήχηση στη δικαστική εξουσία, με αποτέλεσμα η Εκκλησία, επωφελούμενη της κοινωνικής επιρροής της και με τη βοήθεια όσων κρατικών λειτουργών είναι ένθερμοι οπαδοί της, να επιτύχει σε αρκετές περιπτώσεις τον παραμερισμό των συνταγματικών κανόνων που διαμορφώνουν τον ουδετερόθρησκο χαρακτήρα του κράτους.

Η εξέλιξη αυτή ολοκληρώνεται κατά παράβαση του συντάγματος, αλλά στο όνομά του. Τίθεται επομένως το ερώτημα αν η πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 3 με την προσθήκη διάταξης που θα ορίζει ότι «Η ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη» και ερμηνευτικής δήλωσης που θα προβλέπει πως «Η αναγνώριση επικρατούσας θρησκείας δεν επιφέρει καμία δυσμενή συνέπεια σε βάρος άλλων θρησκευμάτων» θα περιορίσει τις εξουσίες που η Εκκλησία επιχειρεί να αντλεί ως δημόσια αρχή και θεσμικός εκφραστής της θρησκευτικής κοινότητας των ορθόδοξων χριστιανών.

Η «επιστροφή των θρησκειών»

Το ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί, ιδίως επειδή η Εκκλησία της Ελλάδας έχει αντιληφθεί εγκαίρως τις διεθνείς εξελίξεις και ανανεώνει τον ιδεολογικοπολιτικό ρόλο της σύμφωνα με αυτές, εργαλειοποιώντας το ισχύον άρθρο 3 για την ενίσχυση της πολιτικής της εξουσίας. Εντελώς συνοπτικά, σε μια παγκόσμια πραγματικότητα όπου το παραδοσιακό μοντέλο θέσμισης του κράτους – έθνους υποχωρεί και η λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων τείνει να στηριχθεί αφενός στους νόμους της αγοράς, αφετέρου σε «προαιώνιες, φυσικές» αρχές και αξίες που καλλιεργούν στα μέλη των κοινοτήτων συνείδηση αγαθή, οι ηγεσίες των θρησκευτικών κοινοτήτων διεκδικούν όλο και πιο έντονα την εξουσία να ρυθμίζουν την ανθρώπινη συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, η «επιστροφή των θρησκειών» σηματοδοτείται διεθνώς από τη διεκδίκηση των «εκκλησιών» να διατυπώνουν αυτές τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης, ακολουθώντας τα βασικά προτάγματα του δόγματός τους. Αυτή η διεκδίκηση ενδύεται και τον μανδύα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πιστών, που δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να ακολουθούν νόμους αντίθετους με τα θρησκευτικά τους πιστεύω, αλλά αντίθετα να διαμορφώνουν τις κοινωνικές τους σχέσεις σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Οι «εκκλησίες», λοιπόν, επιδιώκουν τα κράτη όχι απλώς να σέβονται και να προστατεύουν τη θρησκευτική ελευθερία, αλλά να ακούν και να υπακούουν στις κανονιστικές απαιτήσεις τους, όπως βέβαια αυτές διατυπώνονται από τους ηγέτες τής θρησκευτικής κοινότητας. Η αλλαγή που επέρχεται σε πολιτειακό επίπεδο είναι δομική: ο νόμος παύει να αντανακλά τη γενική θέληση όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τον πολιτικό ανταγωνισμό και -οφείλει να- διατυπώνεται με βάση και τις ηθικές αντιλήψεις του κυρίαρχου δόγματος.

Οι επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδας, με την εμπειρία μιας μακρόχρονης ιστορίας συμπόρευσης με την κυβερνητική εξουσία, διέγνωσαν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν την ιδεολογικοπολιτική αποστολή της Εκκλησίας στις νέες συνθήκες: εμφανιζόμενοι ως εκφραστές της κοινότητας που ασπάζεται την «επικρατούσα» θρησκεία, παρουσιάζονται και ως φυσικοί προστάτες των δικαιωμάτων των μελών της ορθόδοξης κοινότητας, συνακόλουθα ως νόμιμοι εκπρόσωποί τους κατά την άσκηση των κρατικών λειτουργιών.

Οι ρυθμίσεις του άρθρου 3 επέτρεψαν έως τώρα τη διάδοση της αντίληψης ότι η ελληνική πολιτεία διαθέτει χαρακτηριστικά κράτους θρησκευόμενου, με επίσημο δόγμα, που κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών του δεν μπορεί να ενεργεί αυτόνομα, αλλά οφείλει να συμμορφώνεται στις αρχές που διατυπώνει η ηγεσία της Εκκλησίας. Σταδιακά, και όχι πάντα με ορατό τρόπο, μια διπλή νομιμοποίηση της δράσης των κρατικών οργάνων εγκαθίσταται: σε κρίσιμους τομείς, όπως η εκπαίδευση, η αναγωγή στις επιλογές και στη θέληση του εκλογικού σώματος φαίνεται ανεπαρκής για να γίνει αποδεκτό το περιεχόμενο του νόμου ή των διοικητικών πράξεων. Η συναίνεση της ιεραρχίας, που διερμηνεύει τις επιθυμίες της ορθόδοξης κοινότητας, εμφανίζεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της κρατικής δράσης.

«Επικρατούσα» θρησκεία και στρέβλωση

Η αναγνώριση «επικρατούσας» θρησκείας έδωσε έτσι την ευχέρεια στην Εκκλησία να απαιτεί οι κανόνες δικαίου και οι δημόσιες πολιτικές να συμμορφώνονται με τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της και να υποστηρίζει πως τούτο αποτελεί συνθήκη για την απόλαυση των δικαιωμάτων της πλειονότητας των πολιτών. Η στρέβλωση που επέρχεται στην πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής είναι μεγάλης πολιτικής και θεσμικής σημασίας. Πηγή της νομοθετικής εξουσίας παύει να είναι μόνο ο λαός. Η θρησκευτική κοινότητα των ορθοδόξων, τη βούληση των οποίων διερμηνεύουν οι ιεράρχες, αναδεικνύεται ως αναγκαία αναφορά των επιλογών όσων μετέχουν στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Η ανάσχεση της παραπάνω εξέλιξης προϋποθέτει την απάλειψη του συνταγματικού θεμελίου των πολιτικών και πολιτειακών παρεμβάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδας. Επομένως, η ουσιαστική αναθεώρηση του άρθρου 3 και η εξάλειψη της αναφοράς σε «επικρατούσα» θρησκεία αποτελούν όρο για την αποκατάσταση της δημοκρατικής κανονικότητας, για την προάσπιση της θέσης του λαού ως αποκλειστικού φορέα της κυριαρχίας.

* Η Ιφιγένεια Καμτσίδου είναι αναπληρώτρα καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ