Του Νίκου Μπούνα* 
Facebooktwittergoogle_plus

Η άνοδος της ακροδεξιάς που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια σε ολόκληρη την Ευρώπη, έχει πλέον περάσει σε νέα φάση, καθώς έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά επιδημίας. Από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη εκπροσώπηση της ακροδεξιάς σε κυβερνητικά σχήματα, όπως στην Πολωνία, την Ουγγαρία ή την Ιταλία, τις ανοδικές τάσεις των εθνικιστικών κομμάτων στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία και αλλού, την αποτύπωση και καταγραφή των δυνάμεών τους και πέρα από το πλαίσιο της εκλογικής επιρροής, με χαρακτηριστικότερο πρόσφατο παράδειγμα τις αναταραχές στην πόλη Κέμνιτς στην ανατολική Γερμανία, έως τις προσπάθειες συμπόρευσής τους σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, όπως έδειξε και η προ ολίγων ημερών συνάντηση μεταξύ Σαλβίνι και Λεπέν, γίνεται φανερό ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο που κινείται στα όρια της εθνικιστικής παράνοιας.

Ο εκτός ορίων εθνικισμός, τις συνέπειες του οποίου η Γηραιά ήπειρος έχει βιώσει τουλάχιστον από τους δύο παγκοσμίους πολέμους,  έχει πολλά πρόσωπα και αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία. Σε αυτόν εμπεριέχονται χαρακτηριστικά ξένα προς το πολιτισμικό επίπεδο των κοινωνιών μας σήμερα, όπως η ξενοφοβία, η μισαλλοδοξία, η έλλειψη ανεκτικότητας, η επιβολή των πλειοψηφιών έναντι των μειοψηφιών, η αμφισβήτηση και προσπάθεια κατάργησης των δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών, η επιδίωξη εθνικά και πολιτισμικά «καθαρών» κοινωνιών.

Ο εθνικισμός, όπως ήταν αναμενόμενο, δουλεύει και αυτή τη φορά χέρι χέρι με τον ακραίο καπιταλισμό που σήμερα έχει επικρατήσει ως νεοφιλελευθερισμός. Τούτο αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις πολιτικές του αμερικανού προέδρου Τραμπ και των απομιμήσεων του. Τρανταχτή περίπτωση και αυτή του νέου προέδρου της Βραζιλίας, Μπολσονάρο, που εκλέχτηκε όχι μόνο ως νοσταλγός της βραζιλιάνικης χούντας αλλά και υποσχόμενος τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή του πλανήτη, δηλαδή τη στυγνή εμπορική εκμετάλλευση του Αμαζονίου προς χάριν λίγων πλουσίων.

Αυτό όμως που πρέπει να απασχολήσει πρωτίστως τις δημοκρατικές παρατάξεις της ΕΕ, κατά κύριο λόγο τα αριστερά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, είναι η απήχηση που έχουν οι ακροδεξιές παρόλες στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους τους. Μεγάλη μερίδα της εργατικής και μικροαστικής τάξης έχει πειστεί πως η αιτία όλων των προβλημάτων τους είναι κάποιοι αδύναμοι και εξαθλιωμένοι πρόσφυγες ή μετανάστες και ότι η άνοδος του βιοτικού τους επιπέδου θα επέλθει μέσα από αυταρχικές, δήθεν αντισυστημικές κυβερνήσεις. Κι εδώ αρχίζει η ευθύνη των προοδευτικών δυνάμεων και κυρίως της αριστεράς, που ναι μεν έχουν πετύχει σημαντικές νίκες στους αγώνες για τα δικαιώματα, έχουν μείνει όμως πίσω στη μάχη για την προάσπιση και βελτίωση του κοινωνικού κράτους και την καταπολέμηση της ανεργίας. Για να ξανακερδίσουν τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους τους οφείλουν να προτείνουν χειροπιαστές λύσεις που να οδηγούν καταρχάς στην ευημερία των πολλών και στην προστασία των αδυνάτων. Ο τρόπος που μπορεί να επιτευχθεί αυτό, είναι σε πρώτη φάση η αλλαγή των συσχετισμών μέσα στην ΕΕ μέσω της εκλογής όσο το δυνατόν περισσότερων προοδευτικών εθνικών κυβερνήσεων και σε δεύτερη φάση η σταδιακή κατάργηση της σκληρής νεοφιλελεύθερης ατζέντας που έχει επιβληθεί σχεδόν χωρίς αντίσταση την τελευταία δεκαετία.

Η σημερινή ΕΕ, μέσα στην οποία περισσότερο από ποτέ τα κράτη διεκδικούν την προάσπιση των εθνικών τους συμφερόντων σε βάρος των συλλογικών ευρωπαϊκών συμφερόντων, δείχνει αμήχανη έως ανίκανη να σταθεί στο ύψος της και να υπερασπιστεί τις θεμελιώδεις αξίες της. Και με τη στάση της αυτή ευνοεί αναπόφευκτα την ενδυνάμωση του δεξιού άκρου της κοινωνίας. Η Ε.Ε. οφείλει χωρίς περιστροφές και χωρίς άλλη χρονοτριβή και ανοχή, να συγκρουστεί ανοιχτά με την ακροδεξιά και τους κινδύνους που αυτή φέρει. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη σύγκρουση, όπως αυτές μεταξύ των δημοκρατικών δυνάμεων. Ζητούμενο είναι πλέον η ανάδειξη του θλιβερού ρόλου που είναι ικανά να παίξουν τα ακροδεξιά κόμματα, όπως αντιστοίχως έχουν διαδραματίσει στο παρελθόν, δυστυχώς χωρίς εξαίρεση. Πρέπει, εγκαίρως αυτή τη φορά, να εξαναγκαστούν να βγάλουν τα προσωπεία τους και να αποκαλυφθούν ενώπιον των ευρωπαϊκών λαών. Πρόκειται για μορφώματα εγκλωβισμένα στο εθνικιστικό τους ιδεολόγημα, που προσπαθούν να κάνουν πολιτική με όχημα τον λαϊκισμό, χωρίς κανένα πολιτικό υπόβαθρο, χωρίς καμία ουσιαστική απάντηση στις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις.

Πέρα από την ευθεία αντιπαράθεση με την ακροδεξιά σε όλες της τις εκφάνσεις, η άλλη πλευρά της τακτικής της ΕΕ πρέπει να περιλαμβάνει τη σθεναρή υποστήριξη του δικού της ρόλου ως εγγυητή μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας δημοκρατικής και ανοιχτής. Διαθέτει και το αξιακό υπόβαθρο και όλα εκείνα τα μέσα, ώστε απέναντι στον ακροδεξιό φανατισμό να αντιπαραθέσει την ελευθερία του ατόμου ως βασική αρχή της δημοκρατίας, τον σεβασμό των ελευθεριών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την κυριαρχία του δικαίου, την αλληλεγγύη.

*Ο Νίκος Μπούνας είναι πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, ειδικός επί ευρωπαϊκών θεμάτων.