Στέφανος Δημητρίου
Facebooktwittergoogle_plus

Η συζήτηση και η διαδικασία για την αναθεώρηση του Συντάγματος – με δεδομένο και το αξιόλογο έργο που παρήγαγε η αντίστοιχη επιτροπή διαλόγου – αναπόφευκτα προχωρεί από τις κοινώς παραδεκτές αλλαγές προς εκείνες που αναδεικνύουν τα μείζονος σημασίας ιδεολογικά και αξιακά ζητήματα και αποτυπώνουν και συναφείς θεωρήσεις για τη λειτουργία του πολιτεύματος.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση διεξάγεται τη στιγμή που η κρίση του πολιτικού συστήματος οδηγεί σε αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας, ιδίως από τα πολιτικώς υποαντιπροσωπευόμενα τμήματα της κοινωνίας, στα οποία απευθύνεται και η δημοκοπική ρητορεία της Άκρας Δεξιάς. Το Σύνταγμα, ως καταστατικός κανόνας και χάρτης μιας εύνομης πολιτείας, οφείλει να αποτυπώνει και τα αξιακά χαρακτηριστικά της, όπως αυτά συντίθενται στις δικαιοκρατικές αρχές της. Συνεπώς, είναι σημαντικό να εξετάσουμε τη συγκυρία κατά την οποία θα διεξαχθεί η σχετική διαδικασία. Σήμερα, μία από τις σημαντικότερες διακυβεύσεις, σε όλη την Ευρώπη, είναι ο ανακαθορισμός της σχέσης και των ορίων δημόσιου και ιδιωτικού. Τομείς των δημοσίων αγαθών, που αντιστοιχούν σε στόχους προς του οποίους οφείλουν να κατατείνουν οι δημόσιες πολιτικές, μετατοπίζονται προς το πεδίο του ιδιωτικού. Σημειώνεται, δηλαδή, ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών, αλλά και της ίδιας της πολιτικής, η οποία βαθμηδόν αποπολιτικοποιείται. Οι φορείς και τα εκφραζόμενα από αυτούς συμφέροντα της ιδιωτικής εξουσίας επιχειρούν να συρρικνώσουν τον δημόσιο χώρο. Ως εκ τούτου, η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα πρέπει να ασχοληθεί και με τις θεσμικές αποτυπώσεις των ανακαθοριζόμενων ορίων δημόσιου και ιδιωτικού. Αυτός ο ανακαθορισμός συνδυάζεται και με την άνοδο της Άκρας Δεξιάς στην Ευρώπη, η οποία πλήττει ευθέως την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά και με τον νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό, που, εδώ, εμφανίζεται στην πιο αγοραία εκδοχή του.

Στη χώρα μας, θα έπρεπε να συσχετιστεί και με τη συζήτηση για μια ενωμένη Ευρώπη, επί τη βάσει των αρχών της ισότητας και της αλληλεγγύης, προς την κατεύθυνση ενός ευρωπαϊκού Συντάγματος, με παράλληλη αναστοχαστική εξέταση του ποιο θα ήταν το συντακτικό υποκείμενο ενός τέτοιου Συντάγματος, ποιος δηλαδή θα μπορούσε να είναι ο ευρωπαϊκός δήμος. Τα παραπάνω αναποδράστως οδηγούν τη συζήτηση στο ποια δημοκρατία θέλουμε για τη χώρα μας και για την Ευρώπη. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το φαινόμενο της εκτεταμένης πολιτικής υποαντιπροσώπευσης, χωρίς να λάβουμε υπόψη τον βαθύ, εσωτερικό κατακερματισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, βεβαίως και της δικής μας, που οφείλεται στις βαθιές και απάνθρωπες κοινωνικές ανισότητες που επιφέρει η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Η αποδιάρθρωση της κοινωνικής συνοχής επηρεάζει την ίδια τη δημοκρατική υφή του πολιτικού συστήματος. Ζητούμενο του προβληματισμού για τη συνταγματική αναθεώρηση θα πρέπει να είναι ο ίδιος ο εκδημοκρατισμός της δημοκρατίας και η προαπαιτούμενη θεσμική της ανανέωση. Το αξιακό περιεχόμενο της δημοκρατίας, όπως αποτυπώνεται στις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού, συνταγματικού πολιτισμού, για να παραμείνει ζωντανό, θα πρέπει να συνδυαστεί με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη. Η γνωστή φράση του Πουλαντζά «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει ποτέ» θα πρέπει να διευρυνθεί προς την προοπτική του σοσιαλισμού ως της πραγματικής καταξίωσης της δημοκρατίας. Αυτός, όμως, είναι ο δικός μας ορίζοντας, σε αυτόν ξανοιγόμαστε. Αφορά το προς τα πού κοιτάμε και πηγαίνουμε, όχι το πού βρισκόμαστε.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι ευκαιρία για την αναζήτηση συγκλίσεων και την επίτευξη συναινέσεων. Τέτοιες συναινέσεις μπορούν να αναζητηθούν ως προς το αίτημα για μια δημοκρατία του γενικού συμφέροντος. Το τελευταίο μπορεί να είναι έννοια με σκόπιμη αοριστία, ώστε να νοηματοδοτείται ανάλογα με συσχετισμούς δυνάμενων, κοινωνικούς και ταξικούς καθορισμούς, αλλά πάντα θα πρέπει να εκφράζει τον κορυφαίο σκοπό και τη μείζονα λειτουργία των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών. Η δημοκρατία του γενικού συμφέροντος, εξειδικευόμενη ως δημοκρατικό κοινωνικό κράτος δικαίου, είναι η δημοκρατία που έχει ανάγκη η χώρα μας.

Η θεσμική ανανέωση της δημοκρατίας, κατατείνουσα προς την προοπτική μιας δημοκρατίας του γενικού συμφέροντος, δηλαδή εμφορούμενης και καθοδηγούμενης από ένα δημοκρατικό, ρεπουμπλικανικό πολιτειακό φρόνημα – που είναι το εγγύτερο προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό – μπορεί να επιτύχει συγκλίσεις ανάμεσα στους πόλους της διάκρισης Αριστερά-Δεξιά (εξαιρουμένων βεβαίως των «Όταν θα γίνουμε κυβέρνηση, θα πρέπει να κάνουμε παρεμβάσεις στο κράτος για να μην ξαναγίνει ποτέ κυβέρνηση η Αριστερά». Παλιά αυτό λεγόταν και σχέδιο «Περικλής»), οι οποίες θα αποσκοπούν στην κραταίωση των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών. Προϋπόθεση και πάλι είναι η αντιμετώπιση της πολιτικής υποαντιπροσώπευσης των ασθενέστερων στρωμάτων, άρα η καταπολέμηση των κοινωνιών ανισοτήτων. Προϋπόθεση είναι η πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης. Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο πρωθυπουργός έχουν το ιστορικό καθήκον να ηγηθούν αυτής της προσπάθειας.

Παράλληλα, αυτή η προσπάθεια απαιτεί τη διεύρυνση και την ενίσχυση των θεσμών άμεσης πολιτικής συμμετοχής ως αντίβαρων στην εντεινόμενη πολιτική υποαντιπροσώπευση, αλλά και ως συνθήκης για την ανανοηματοδότηση της ίδιας της πολιτικής. Ωστόσο, οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας δεν θα πρέπει να θεωρούνται ανταγωνιστικοί προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ούτε να κερματίζουν την ενιαία και συστηματική αντίληψη περί του γενικού συμφέροντος. Και το δημοψήφισμα, άλλωστε, είναι θεσμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ( όπως εύστοχα τόνισε η Ιφιγένεια Καμτσίδου στην «Εποχή» της Κυριακής 27/10), η οποία, όμως, δεν θα πρέπει να λογίζεται ως άθροισμα επιμέρους απαντήσεων που θα δίνουν οι πολίτες σε κρίσιμα ή δευτερεύοντα ερωτήματα δημοψηφισματικής μορφής.

Αυτό το ζήτημα μας οδηγεί στο κρίσιμο θέμα της νομιμοποίησης, ιδίως ως προς τον ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η πρόταση για την απευθείας εκλογή του, δηλαδή η αποσύνδεση της εκλογής του από το Κοινοβούλιο, ενέχει κινδύνους. Ένας μη λογοδοτών στο Κοινοβούλιο Πρόεδρος και μη ελεγχόμενος από αυτό, που λογοδοτεί απευθείας στον λαό, θα μπορούσε να αντιστρατευτεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό, άρα να σχετικοποιήσει την ισχύ του ίδιου του Κοινοβουλίου. Μπορεί ο αρχηγός του κράτους, επικαλούμενος την ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση που του εξασφαλίζει η απευθείας εκλογή του από τον λαό, να παρακάμψει το Κοινοβούλιο, άρα να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του πολιτεύματος; Ξέρουμε ότι κάποτε μπόρεσε, με την επίκληση του άρθρου 48 της Βαϊμάρης. Δεν ισχυρίζομαι ότι ζούμε σε συνθήκες «Βαϊμάρης». Είναι όμως διακριβώσιμη κάποια αναλογική ομοιότητα, ικανή να αφυπνίσει την αναστοχαστική μας ικανότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την ιστορική ευκαιρία να απευθυνθεί στις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, όχι μόνο ως δύναμη κοινωνικής αλλαγής, όπως οφείλει να είναι η Αριστερά, αλλά και πολιτικής ευθύνης, και να τις καλέσει να συμβάλουν στο να αποτραπεί ο κίνδυνος η κρίση του πολιτικού συστήματος να εξελιχθεί σε κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυτό θα μας έφερνε ως κοινωνία ένα βήμα πριν από το νεοφασιστικό έρεβος που ανοίγεται στην Ευρώπη, έτοιμο να καταπιεί το δημοκρατικό ιδεώδες. Και μιλώντας για αυτό το τελευταίο, αξίζει να λογαριάσουμε ως πιθανό μέτρο αξιολόγησης των θεσμικών μας εγχειρημάτων το μαχητικό φρόνημα, αλλά και την πολιτική ορθοφροσύνη του Ηλία Ηλιού.

Ο Στέφανος Δημητρίου είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου