Facebooktwittergoogle_plus

Τασιόπουλος Σταύρος, Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης

Το τρέχον ζήτημα της απαγόρευσης συναθροίσεων προληπτικά στο Κέντρο της Αθήνας και μάλιστα σε μεγάλη έκταση, δεν είναι κάτι νέο στην πολιτική ζωή του τόπου και μας είχε απασχολήσει έντονα τα πρώτα χρόνια μετά το 1974. Το θέμα της πραγματοποίησης ή μη μιας πολιτικής συγκέντρωσης είναι πολιτικό ζήτημα, ιδίως όταν οι πιθανοί διαδηλωτές δεν έχουν εκφράσει καμία ένδειξη διαδήλωσης πέραν της ειρηνικής και άοπλης που ορίζει το Σύνταγμα.  Εδώ να τονιστεί ότι αν πράγματι συντρέχει κάποιος άμεσος και συγκεκριμένος κίνδυνος είτε εις βάρος κάποιων πολιτικών προσώπων είτε εις βάρος της περιουσίας ιδιωτών ή του δημοσίου, θα πρέπει αυτός να αιτιολογείται και να προσδιορίζεται στην διοικητική πράξη της απόφασης της Αστυνομίας.

 Εκτός και αν οι Αρχές έχουν εις γνώσιν τους δεδομένα τέτοια για μια πιθανή τέλεση εγκλημάτων που για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος δεν ανακοινώνουν. Το σημείο αυτό ελέγχεται στο κατά πόσον πρέπει να υπάρξει προσδιορισμός τέτοιων πιθανολογήσεων, πέραν μιας απλής αναφοράς. Όμως και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό ζήτημα και είναι λάθος και επίφοβο η κυβερνητική απόφαση και κατ επέκταση η αστυνομική πράξη απαγόρευσης να χρησιμοποιεί το Σύνταγμα για την άντληση δικαιολογητικής βάσης, και παράλληλα οι αντίθετη άποψη πριν να κριθεί δικαστικά, στην πράξη να κατηγορείται ως αντισυνταγματική και υποθάλπτουσα τη βία και την παρανομία.

Η παροχή δικαστικής προστασί­ας  είναι απαραίτητη ώστε οι πολίτες να μην οδηγούνται στην αυτοδικία όταν έχουν απέναντί τους μια κατά την κρίσης τους αυθαίρετη αστυνομική απόφαση. Όμως εν προκειμένω έγκαιρος δικαστικός έλεγχος είναι σχεδόν αδύνατον να υπάρξει και τότε παρουσιάζεται το δίλημμα είτε ανοχής της απόφασης είτε αντίστασης σε αυτής σύμφωνα με το άρθρο 120 Σ.  Πριν οδηγηθεί στην αντίσταση ο πολίτης έχει να σκεφτεί ότι κάθε διοικητική πράξη έχει τεκμήριο νομιμότητας μέχρι αυτό να κριθεί δικαστικά και να ακυρωθεί ως παράνομη. Όμως το τεκμήριο νομιμότητας έχει αξία μόνον αν μπορεί να είναι και μαχητό, αλλιώς μιλάμε για αυθαιρεσία. Έτσι όπως ειπώθηκε η μη έγκαιρη και δραστική δικαστική προστασία προσδίδει πλέον αμάχητο χαρακτήρα στην αστυνομική απόφαση, πράγμα νομικά απαράδεκτο και παράνομο.

Άρα ο πολίτης καλείται να αντισταθεί ως είναι δικαίωμά του, όταν καταλύονται συνταγματικά του δικαιώματα. Εν τέλει θα έλεγα ότι οι πολίτες μπορούν επ αφορμή της επίσκεψης του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών να διαδηλώσουν ειρηνικά στο χώρο όπου υπάρχει η απαγόρευση και αν δεχτούν την αστυνομική επίθεση τότε δικαιούνται να στραφούν δικαστικά για την αποκατάσταση της βλάβης τους. Επίσης δικαιούνται να προσβάλλουν δικαστικά την Αστυνομική Απόφαση ζητώντας την ακύρωσή της, που όπως εξηγήσαμε κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατο.