Facebooktwittergoogle_plus

xa opla-11394177442http://www.thepressproject.gr

Με αφορμή το αίτημα για άρση της ασυλίας των βουλευτών της Χρυσής Αυγής έχει ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος ο οποίος μπορεί να συμπυκνωθεί στο ακόλουθο ερώτημα: Ποινική ή πολιτική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής;

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Το λάθος ερώτημα

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή το ζήτημα της άρσης της ασυλίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Χρυσής Αυγής διεξάγεται στην Αριστερά (κυρίως, αλλά όχι μόνο), ένας δημόσιος διάλογος ο οποίος μπορεί να συμπυκνωθεί στο ακόλουθο απλοϊκό ερώτημα: Ποινική ή πολιτική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής;

Το ερώτημα τίθεται λάθος. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς γίνεται να προσεγγίζουμε ανταγωνιστικά αυτές τις δύο στρατηγικές. Το κακό το κυνηγάς ιδεολογικά, κοινωνικά, πολιτικά -και όπως αλλιώς φαντάζεται κανείς-, αλλά στο βαθμό που το κακό έχει μέσα του και ποινικά κολάσιμες πράξεις, όπως η Χρυσή Αυγή, το διώκεις και ποινικά. Για την ακρίβεια, αφήνεις τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της και φυσικά δεν αφήνεις κανέναν στο απυρόβλητο επειδή ισχυρίζεται ότι διώκεται για τις απόψεις του. Ακούμε εμφατικά τον τελευταίο καιρό από θιασώτες της «πολιτικής αντιμετώπισης» ότι «το ναζισμό δεν τον πολεμάς με νόμους», εννοώντας πως αν δεν εκλείψουν οι κοινωνικοί όροι πάνω στους οποίους συγκροτείται ο ναζιστικός λόγος, όσοι νόμους και καταδίκες να έρθουν, μακροσκοπικά δεν θα αλλάξει τίποτε.

Θα συμφωνήσω εν μέρει. Όσο η Ελλάδα βολοδέρνει στην τρικυμία της ανατροφοδοτούμενης λιτότητας και ύφεσης, όσο το πολιτικό προσωπικό της χώρας βυθίζεται ολοένα και περισσότερο από την προμνημονιακή αμεριμνησία στη μεταμνημονιακή ανυποληψία, όσο το πολίτευμα απαξιώνεται σε όλες τις πτυχές του (δεν μακρηγορώ εδώ διότι ο κατάλογος είναι μακρύς) τόσο ο σπόρος της ακροδεξιάς -στην πιο επιθετική μορφή του ναζισμού- θα φυτρώνει. Αυτό δε θέλει και μεγάλη σκέψη και νομίζω ότι εδώ θα συνέκλιναν οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένων και των ιδίων των ναζιστών. Ο Μιχαλολιάκος και η ομάδα του φωνάζουν, με τον τρόπο τους, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και την τρόικα ότι «όσο και να μας καταριέστε, σεις μας θρέψατε». Για το λόγο αυτό υποστηρίζω πως μόνο έκπληξη δεν πρέπει να προκαλεί η άνοδος της Χρυσής Αυγής στο ελληνικό πολιτικό τοπίο, ενώ μόνο ως ατύχημα δεν πρέπει να ειδωθεί η επικείμενη άνοδος της ακροδεξιάς στις ερχόμενες ευρωεκλογές. Αν δεν αλλάξει η ρώτα που έχει πάρει η Ευρώπη -με την Ελλάδα μπροστάρη- τότε θα πρέπει να συνηθίσουμε δυστυχώς την ιδέα ότι η Άκρα Δεξιά ήρθε για να μείνει. Εξάλλου, η Ευρώπη τη γέννησε στο 19ο, η Ευρώπη την ανέθρεψε στον 20ο αιώνα, η Ευρώπη την αφυπνίζει στον 21ο .

Καλά ως εδώ. Η παραπάνω ανάλυση, ωστόσο, δεν μπορεί να μη βλέπει ότι το κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο για το οποίο συζητάμε έχει και εκβολές νομικού ενδιαφέροντος που αφορούν το κοινό ποινικό δίκαιο. Όταν δέρνεις, σκοτώνεις, εκβιάζεις, απειλείς, βρίζεις, συκοφαντείς, όταν μάλιστα όλα αυτά τα κάνεις συστηματικά και κατά παραγγελία, όταν συμμετέχεις σε μια ομάδα που οργανωμένα κάνει αυτή τη δουλειά, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να διεξάγεται στα κεραμίδια επί των κοινωνικών αιτιών ή των ιδεολογικών κινήτρων του εγκλήματος. Η ληστεία και η κλοπή έχουν κοινωνικές αιτίες. Προφανώς. Στον παράδεισο ή τον κομμουνισμό -ανάλογα με τη μεταφυσική του καθενός- δεν θα υπάρχουν. Εν τω μεταξύ πάντως, κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν σκέφτεται ότι δεν πρέπει να διώκονται ποινικά οι ληστές και οι κλέφτες, όση συμπάθεια ή οίκτο κι αν του προκαλούν.

Το ίδιο ισχύει για κάθε εγκληματική συμπεριφορά. Μια πολιτεία αντιμέτωπη με το έγκλημα δεν μπορεί να μην τιμωρεί, την ίδια στιγμή που μπορεί να αντιλαμβάνεται τι το γεννά. Αυτό το τελευταίο, συνήθως το υπερτονίζουν οι φίλα διακείμενοι προς τα κίνητρα μιας εγκληματικής ενέργειας. Την «καταδικάζουν» μεν, αλλά εστιάζουν στις κοινωνικές αιτίες που τη γεννούν. Με τον τρόπο αυτό αντιδρά ένα τμήμα του αριστερού κόσμου απέναντι σε πράξεις ατομικής επαναστατικής βίας τύπου 17 Ν, ένα τμήμα του δεξιού κόσμου απέναντι σε ρατσιστικά εγκλήματα, και πάει λέγοντας.

Στην προκείμενη περίπτωση της Χρυσής Αυγής, συμβαίνει, ωστόσο, κάτι εκ πρώτης όψεως παράδοξο: ένα τμήμα του αριστερού κόσμου, εμφανίζεται εξόχως επιφυλακτικό απέναντι στη «δικαστικοποίηση» της υπόθεσης υπό τον φόβο της επικείμενης ποινικοποίησης κάθε αντισυστημικής άποψης, κυρίως εφόσον αυτή προέρχεται από την Αριστερά. Επ’ αυτού, νομίζω ότι είναι εξαιρετικά επισφαλές η Αριστερά να ολισθαίνει σε τέτοιες λογικές για να φυλάξει τα νώτα της από τον πολιτικό της αντίπαλο, τη στιγμή που αυτός έχει στήσει όλη την αντι-αριστερή του στρατηγική στη θεωρία των δύο άκρων. Διότι, πολύ απλά, αν η Αριστερά πηγαίνει έτσι, μπαίνει στο ρόλο που της αποδίδουν, αθέλητα και άδικα, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία των άκρων που ο αντίπαλος έχει κάνει σημαία. Τέλος, μια ενδεχόμενη στοχοποίηση της Αριστεράς δεν θέλει και «νομολογιακό προηγούμενο» …

Καινοφανή και αυτονόητα
Κακά τα ψέματα. Η περίπτωση της ποινικής δίωξης της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση είναι κάτι καινοφανές στα ελληνικά πολιτικά χρονικά. Η προφυλάκιση τμήματος της ηγετικής της ομάδας παρομοίως. Η διακοπή της χρηματοδότησής της επίσης. Το ίδιο ισχύει και με την πιθανή άρση της ασυλίας της υπόλοιπης κοινοβουλευτικής της ομάδας. Έχω απόλυτη συναίσθηση πόσο ολισθηρός μπορεί να γίνει ο δρόμος αυτός στις σημερινές συνθήκες. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο καινοφανές είναι για τα πολιτικά χρονικά της Ελλάδας – κι όχι μόνο – η ίδια η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής αλλά, ακόμη περισσότερο, και η ως σήμερα ασυλία της. Για το λόγο αυτό, μου φαίνεται εξόχως προβληματικό να συντηρούμε ένα προνόμιο των ελλήνων βουλευτών (που όλοι γνωρίζουμε πόσο έχει γίνει αντικείμενο κατάχρησης από τους ίδιους προκειμένου να καλύψουν κοινές αξιόποινες ενέργειες που δε σχετίζονται καθόλου με το λειτούργημά τους), για ανθρώπους που ανήκουν σε ένα κόμμα το οποίο πόρισμα της Δικαιοσύνης θεωρεί εγκληματική οργάνωση. Μα, θα μου αντιτείνει κανείς, «είναι δυνατόν να ανήκουν όλοι σε εγκληματική οργάνωση; Μήπως η δίωξη του συνόλου της κοινοβουλευτικής ομάδας είναι δίωξη φρονημάτων;».

Απαντώ απερίφραστα: η Βουλή με το να προχωρεί στην άρση της ασυλίας των ανθρώπων αυτών δεν εισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Τους δίνει το δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και, όπως όλοι οι κοινοί θνητοί, να τεθούν ενώπιον της δικαιοσύνης για τις πράξεις και παραλείψεις τους. Βασικά, πιστεύω ότι αν η Χρυσή Αυγή είχε μια τσίπα πάνω της, θα ζητούσε η ίδια την άρση της ασυλίας της κοινοβουλευτικής της ομάδας. Αφού σχίζει τα ρούχα της ότι δεν είναι εγκληματική οργάνωση αλλά μια λέσχη κυριών ή, στη χειρότερη περίπτωση, το ελληνικό tea party στο οποίο πιθανώς να παρεισέφρησαν και κάποιοι κακοί άνθρωποι, τότε δεν έχει παρά να το αποδείξει. Αν πάντως αρνούμαστε την άρση της ασυλίας τους, είναι σαν να επιβεβαιώνουμε a priori τον ισχυρισμό τους ότι «εμείς είμαστε νοικοκύρηδες. Οι δολοφόνοι του Λουκμάν, του Φύσσα και οι λοιποί των ταγμάτων εφόδου δεν ήταν δικοί μας ή, αν ήταν, εμείς δεν το ξέραμε»…

Και επειδή «δεν είμαστε λωτοφάγοι», (όπως ωραία το είπε και η Κλειώ Παπαπαντολέων) νομίζω ότι, χωρίς περιστροφές και αναστολές, θα πρέπει να συμφωνήσουμε στο αυτονόητο. Αφού η ίδια η κοινοβουλευτική της ομάδα δε ζητά την άρση της ασυλίας της, όπως κατά μόνας κάνουν κάποιοι βουλευτές της Χρυσής Αυγής, τότε η λύση είναι να τη ζητήσουν οι άλλοι. Έτσι μου φαίνονται τα πράγματα. Θα μου πει κανείς, «μα μήπως έτσι ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου και εν μέσω μιας προεκλογικής εκστρατείας αίφνης οδηγηθούμε και στη δικαστική απαγόρευση ενός πολιτικού κόμματος; Μήπως αυτή είναι η ουσία της κυβερνητικής μεθόδευσης;» Δεν έχω καμία αντίρρηση ότι έχουμε πολλούς λόγους να μην είμαστε ήσυχοι με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη θέση τους, το κράτος δικαίου και τη λειτουργία της δικαιοσύνης τόσο τμήμα αυτών που κυβερνούν όσο και τμήμα αυτών που δικάζουν. Δεν ανήκω καθόλου σε αυτούς που βλέπουν τη δικαστική απαγόρευση ενός πολιτικού κόμματος ως εύκολο τμήμα στο παζλ της λύσης του σύνθετου προβλήματος που αντιμετωπίζουμε.

Πάντως, όσο (ιστορικά εύλογη) δυσανεξία μπορεί να μας προκαλεί αυτό το ενδεχόμενο, το σίγουρο είναι ότι, ως τέτοιο, είναι διαφορετικής τάξης ζήτημα από την άρση της ασυλίας της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Πιθανή καταδίκη τμήματος των μελών της, ή του συνόλου, για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση αλλά και για άλλες αξιόποινες ενέργειες από την ελληνική δικαιοσύνη είναι βέβαιο ότι μας θέτει ενώπιον νέων δεδομένων. Προϋπόθεση για την ίδρυση πολιτικού κόμματος είναι η κατάθεση ιδρυτικής δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία αναλαμβάνεται η δέσμευση ότι η εσωτερική οργάνωση και η εξωτερική δράση του κόμματος θα εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τέτοια δήλωση, στο βαθμό που η ελληνική δικαιοσύνη έχει αποφανθεί ότι δεν συζητάμε για κόμμα αλλά για συμμορία, δύσκολα μπορεί να εγκριθεί από το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου που είναι αρμόδιο. Κοινώς, αν ξεκινήσουν καταδίκες, η Χρυσή Αυγή την έχει δύσκολα και για αυτόν ακριβώς το λόγο, από τότε που βρέθηκε στο στόχαστρο της δικαιοσύνης έχουν σταματήσει τα τάγματά της να κάνουν αυτά που κάνανε πριν. Αυτό είναι το μείζον για τα τόσα θύματα της βίας της. Το σημαντικό εδώ είναι, λοιπόν, να «δέσει» η συμμετοχή στην οργάνωση με ποινικά κολάσιμες πράξεις που εξατομικευμένα μπορούν να χρεωθούν στα μέλη της. Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το χάνουν από τον ορίζοντά τους αυτοί που νομίζουν πως η θυματοποίηση άκριτα οδηγεί στην ηρωοποίηση. Πολλοί «μάγκες» ξεχάστηκαν μια χαρά πίσω από της φυλακής τα σίδερα….

Τέλος, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να φανταστώ έναν εγκληματία με πολιτικά κίνητρα να κρύβεται πίσω από την κοινοβουλευτική του ασυλία. Αντιθέτως, βλέπω σήμερα έναν να γράφει ένα βιβλίο και να μας λέει ότι «Γεννήθηκα 17Ν». Ας γράψουν κι οι άλλοι μέσα «Γεννήθηκα Χρυσή Αυγή»… Κι αν βγουν γρήγορα, ας είναι και μικρό.