Facebooktwittergoogle_plus

155074-2009_china_tiananmen_tankmanhttp://tvxs.gr/

Εικοσιπέντε χρόνια μετά τη σφαγή της 4ης Ιουνίου 1989 στη Τιενανμέν, τα λαϊκά αιτήματα για λογοδοσία του κράτους, το κράτος δικαίου, την ελευθερία της έκφρασης και άλλα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα παραμένουν επίκαιρα στην Κίνα. Με αφορμή την αιματηρή επέτειο, το Διεθνές Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εγείρει τη συζήτηση για τις επιπτώσεις της αιματοχυσίας, καθώς επίσης και  τις προσπάθειες του Πεκίνου να φιμώσει τις φωνές όσων αντιδρούν. Της Μικαέλας Κόλλια

 

Η κρατική καταστολή

Η κινεζική κυβέρνηση συνεχίζει να καταδιώκει τους επιζώντες της Τιενανμεν και τα μέλη των οικογενειών τους, που επιδιώκουν την κρατική λογοδοσία, και επιχειρεί τη συντριβή κάθε συζήτησης για το αιματηρό γεγονός. Λίγο πριν τη φετινή επέτειο, τουλάχιστον έξι άτομα (συμπεριλαμβανομένων του δικηγόρου για τα ανθρώπινα δικαιώματα Που Ζικιάνγκ, του ακαδημαϊκού Σι Γιουγί και του καλλιτέχνη Τσεν Γκουάνγκ) τέθηκαν υπό κράτηση για ενέργειες σχετικές με τον εορτασμό της 25ης επετείου Την κρατική καταστολή αντιμετωπίζουν και πολλοί ακτιβιστές, όπως η ιδρύτρια της οργάνωσης «Μητέρες της Τιενανμέν», ΝτινγΚ Ζιλίν. Συγκεκριμένα, η Ζιλίν, που δημιούργησε την ομάδα με σκοπό να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια για τη σφαγή, αναγκάστηκε μαζί με τον άντρα της, να εγκαταλείψει το Πεκίνο. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Κίνα, αυτή θα είναι η πρώτη φορά που το ηλικιωμένο ζευγάρι δεν θα είναι σε θέση να κάνει μνημόσυνο εις μνήμη του γιου τους στην πατρίδα τους, το Πεκίνο.

«Ο πρόεδρος της Κίνας, Σί Τζινπίγκ, όπως και οι προκάτοχοί του, προσπαθούν μάταια να ελέγξουν όλες τις συζητήσεις  για τη Τιενανμέν και για τα ευρύτερα ζητήματα», δήλωσε η Σόφι Ρίτσαρντσον, διευθύντρια του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Κίνα. «Η κινεζική κυβέρνηση αντιμετωπίζει το λάθος του 1989 με καταστολή των συζητήσεων  για τη 4η  Ιουνίου και φίμωση των ανεξάρτητων φωνών που προσπαθούν να συνεισφέρουν θετικά στην αποκατάσταση των νεκρών», πρόσθεσε η Ριτσαρντσον.

Η σφαγή της 4ης Ιουνίου 1989

Όλα ξεκίνησαν στις 15 Απριλίου του 1989 στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου, στο σύμβολο του Μαοϊκού καθεστώτος, όπου χιλιάδες φοιτητές και εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν ειρηνικά, διεκδικώντας βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Με κύρια αιτήματα την ελευθερία του λόγου, τον πλουραλισμό του πολιτικού συστήματος και την κρατική λογοδοσία κατέλαβαν την «πύλη της ουράνιας Γαλήνης», την πλατεία Τιενανμέν. Στα τέλη του Μαΐου του 1989, η κυβέρνηση απάντησε στις εντεινόμενες διαδηλώσεις με την κήρυξη στρατιωτικού νόμου και την εξουσιοδότηση του στρατού να χρησιμοποιήσει θανάσιμη βία. Στο Πεκίνο, κάποιοι πολίτες επιτέθηκαν σε συνοδείες στρατού και έκαψαν οχήματα, καθώς αυτά κινούνταν μέσα από την πόλη.

Στις 3 και 4 Ιουνίου 1989, οι κινεζικές στρατιωτικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ και σκότωσαν τεράστιο αριθμό άοπλων πολιτών, πολλοί από τους οποίους δε συμμετείχαν καν στις διαμαρτυρίες. Μετά τις δολοφονίες, η κυβέρνηση εφάρμοσε ένα εθνικό σχέδιο βίαιης καταστολής και συνέλαβε χιλιάδες ανθρώπους με τις κατηγορίες της «αντεπανάστασης», της διατάραξης της κοινής τάξης και του εμπρησμού. Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα «Dui Hua» (που μάχεται υπέρ των φυλακισμένων στην Κίνα), ο τελευταίος από αυτούς που φυλακίστηκαν για «αντεπανάσταση» έμεινε στη φυλακή για περισσότερο από δύο δεκαετίες και αποφυλακίστηκε μόλις πρόσφατα.

Καταστολή και λαϊκές αντιδράσεις

Η κινεζική κυβέρνηση συνεχίζει να αρνείται να λογοδοτήσει για τη σφαγή ή να κατονομάσει τους νομικά υπεύθυνους για τις δολοφονίες. Η αρχική της γραμμή δικαιολογούσε  τη βίαιη καταστολή ως μια έγκυρη απάντηση σε ένα «αντεπαναστατικό περιστατικό», στο οποίο ορισμένοι διαδηλωτές ήταν υπεύθυνοι για κάποιες από τις απώλειες, τις καταστροφές και τα ατυχήματα. Έτσι, αρνήθηκε να διενεργήσει έρευνα ή να ανακοινώσει στοιχεία σχετικά με όσους σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν, εξαφανίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Στη συνέχεια, το 1990, ο Γενικός Γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος της Κίνας, Γιανγκ Ζεμίν, απέρριψε τις διεθνείς αντιδράσεις για τα περιστατικά της 4ης Ιουνίου, κάνοντας λόγο για «πολύ κακό για το τίποτα». Αν και η τότε  κυβέρνηση είχε σταματήσει να αναφέρεται στις αναταραχές ως «αντεπαναστατική δραστηριότητα», υιοθετώντας τον όρο «πολιτικές αναταραχές», συνεχίζει να μένει αδρανής στις εγχώριες και διεθνείς πιέσεις για ανάθεση ευθυνών.

Την ίδια περίοδο, η οργάνωση «Μητέρες της Τιενανμεν» κατάφερε να συγκεντρώσει και να εκδώσει στοιχεία 202 ανθρώπων που σκοτώθηκαν κατά την καταστολή του κινήματος στο Πεκίνο και άλλες πόλεις, ξεκινώντας ένα από τα πολλά λαϊκά κινήματα. Τα χρόνια που ακολούθησαν, η κινεζική κυβέρνηση διατήρησε τον αυστηρό πολιτικό έλεγχο, προβάλλοντας την ταχεία οικονομική ανάπτυξη. Αν και αυτή η στρατηγική φαίνεται να είναι επιτυχής στην άμβλυνση των αιτημάτων για δημοκρατική αναδιάρθρωση, αυτό το μοντέλο οδήγησε, επίσης, σε πολυάριθμα προβλήματα. Η αχαλίνωτη διαφθορά, το ευρύ χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, οι εκτεταμένες κατασχέσεις γης και οι εξώσεις σπιτιών, ξεσηκώνουν όλο και περισσότερες λαϊκές αντιδράσεις.

Σύμφωνα με το Διεθνές Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «το Πεκίνο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να μειώσει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, προσφέροντας στους ανθρώπους περισσότερες οικονομικές ελευθερίες. Ωστόσο, η ανάγκη για υπεύθυνη και δίκαιη διακυβέρνηση -είτε πρόκειται για την 4η Ιουνίου είτε για την ανεξέλεγκτη ρύπανση είτε για τους διεφθαρμένους αξιωματούχους – συνεχίζει να είναι εξίσου βαθιά.»

Τα τελευταία χρόνια, οι πολίτες στην Κίνα διεκδικούν όλο και πιο δυναμικά μεγαλύτερη κυβερνητική λογοδοσία και συμμετοχή στα κοινά. Σύμφωνα με επίσημα και στατιστικά στοιχεία, διεξάγονται καθημερινά 300-500 διαμαρτυρίες, που απαριθμούν έως 10.000 συμμετέχοντες. Μερικές από τις πιο πρόσφατες διαδηλώσεις μεγάλης κλίμακας που συγκλόνισαν την Κίνα περιλαμβάνουν τη διαμαρτυρία ενάντια στην  κατασκευή χημικού εργοστασίου στην πόλη Μαομίνγκ της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ, το Μάρτη του 2014,  και μια απεργία των εργαζομένων για τις πληρωμές κοινωνικής ασφάλισης στο Ντονγκούαν, της ίδιας επαρχίας, τον Απρίλιο του 2014.

Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό ότι από το 2003, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν την κληρονομιά του 1989, συμμετέχοντας  στο «Κίνημα Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων», το οποίο επιδιώκει διεκδικεί την αξιοποίηση του νόμου και των μέσων ενημέρωσης για την επισήμανση της κρατικής ασυδοσίας. Παράλληλα, «Η Νέα Κίνηση Πολιτών», που ιδρύθηκε γύρω στο 2012, είναι ένα μέρος του «Κινήματος Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων» και επιδιώκει να μετασχηματίσει την κοινωνία μέσω της δημιουργίας κοινωνικών και πολιτικών αξιών υπέρ των πολιτών.

 [vsw id=”ve-QgllokxE” source=”youtube” width=”425″ height=”344″ autoplay=”no”]

25 χρόνια αργότερα…

Από την αρχή της νέας ηγεσίας το Μάρτη 2013, ο Πρόεδρος Σί Τζινπίγκ προχώρησε σε κάποιες αλλαγές στο μοντέλο διακυβέρνησης. Σε απάντηση των λαϊκών απαιτήσεων, η κυβέρνηση έχει κάνει κάποιες μικρές αλλαγές στο σύστημα διακυβέρνησης. Συγκεκριμένα, προχώρησε στην αντικατάσταση του «συστήματος διοικητικής κράτησης αναμόρφωσης» με προγράμματα εργασίας, στη χαλάρωση της πολιτικής οικογενειακού προγραμματισμού του «ενός παιδιού», και στην  προσπάθεια καταπολέμησης της κρατικής διαφθοράς.

Αλλά την ίδια στιγμή, η κινεζική κυβέρνηση έχει εφαρμόσει αυστηρότερο έλεγχο στην κοινωνία των πολιτών, περιορίζοντας τον χώρο διαδικτυακής έκφρασης, ελέγχοντας τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και  προχωρώντας σε κρατήσεις ακτιβιστών, όπως του ιδρυτή του «Κινήματος Νέων Πολιτών», Σου Ζιγιόνγκ. Παράλληλα, η φυλάκιση του βραβευμένου με το Νόμπελ Ειρήνης Λιου Σιάομπο και η πολιτική παρωδία- δίκη του Μπο Σιλάι τον Αύγουστο του 2013, καταδεικνύουν την καταστολή της κυβέρνησης έναντι όσων την αμφισβητούν αλλά και τη χρήση του δικαστικού συστήματος ως μέσο επιβολής και διακυβέρνησης.

Στην ουσία, οι μεταρρυθμίσεις  που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση είναι περιορισμένες και δεν έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα. Αντίθετα, υιοθετεί όλο και περισσότερα μέτρα που έχουν ως στόχο την πολιτική και κοινωνική χειραγώγηση. Καταστέλλοντας την ελεύθερη έκφραση και ελέγχοντας το δικαστικό σύστημα, προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τις όποιες προκλήσεις και εντείνει τον κοινωνικό έλεγχο.

Τέλος, όπως υπογραμμίζει το Διεθνές Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «η Κίνα μπορεί τώρα να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αλλά δεν μπορεί να αντέξει άλλα 25 χρόνια καταστολής. Οι απαιτήσεις για λογοδοσία έχουν αυξηθεί σημαντικά. Το Πεκίνο θα πρέπει να αποδεχθεί τη σπουδαιότητα των επικρίσεων και των ειρηνικών αντιδράσεων, ξεκινώντας με την ελευθερία έκφρασης σχετικά με την 4η Ιουνίου».