Facebooktwittergoogle_plus

Διατεθειμένη να βρεθεί το σημείο εκείνο συμβιβασμού που θα αφήνει όλους εν μέρει ικανοποιημένους (με εκατέρωθεν δηλαδή, υποχωρήσεις) είναι η ελληνική κυβέρνηση, και μάλιστα επιδιώκει την επίτευξη της συμφωνίας το συντομότερο δυνατόν. Υπό έναν όρο, όμως, που η κυβέρνηση δεν συζητά καν: Ό,τι η συμφωνία δεν θα περιλαμβάνει την εκ των προτέρων νομοθέτηση μέτρων που ζητεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Ήταν, ίσως, η πιο εμφατική φράση από όσα έλεγε κυβερνητικός αξιωματούχος στους δημοσιογράφους, από το Βερολίνο (σήμερα το μεσημέρι ολοκληρώνεται η διήμερη παρουσία, εδώ, του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, με ομιλία στο Συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς). Όπως έλεγε ο εν λόγω αξιωματούχος, τα μέτρα που αξιώνει το Ταμείο είναι «πολιτικά αδιανόητα, κοινωνικά καταστροφικά και οικονομικά παράλογα». Για να προσθέσει η ίδια πηγή, «από εκεί και πέρα συζητάμε το συμβιβασμό». Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλες τις πλευρές ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να υποχωρήσει στο θέμα αυτό, όσες πιέσεις και αν της ασκηθούν.

Καθώς δε, πολλές φορές στο παρελθόν ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έχει εξάρει την υπευθυνότητα που έχει επιδείξει η καγκελάριος Μέρκελ σε ευρωπαϊκά ζητήματα (το προσφυγικό επί παραδείγματι), η ελληνική κυβέρνηση έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι και τη φορά αυτή, το Βερολίνο θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και δεν θα επιτρέψει το μπλοκάρισμα της διαδικασίας όσον αφορά στην αξιολόγηση.

Με την Ευρώπη να διανύει μια γενικότερη φάση αποσταθεροποίησης (προσφυγικό, θέματα ασφάλειας, οικονομικά ζητήματα) σε μια εκλογική μάλιστα, χρονιά (το 2017) για τις σημαντικότερες χώρες της ηπείρου μας, το εύλογο είναι ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν θα επιθυμεί την αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης, κατά τρόπο τεχνητό μάλιστα, εκτιμούν πηγές της ελληνικής κυβέρνησης.

Σχεδόν μιάμιση ώρα διήρκεσε η συνάντηση των δύο πρωθυπουργών Ελλάδας και Γερμανίας, με το μεγαλύτερο μέρος αυτής να είναι αφιερωμένο στην οικονομία και το ελληνικό πρόγραμμα (γεγονός που κατ’ αρχήν καταδεικνύει και το ενδιαφέρον της Γερμανίδας καγκελαρίου).

Στη συνάντηση, σύμφωνα με κυβερνητικό αξιωματούχο, πολλά ήταν τα επιμέρους θέματα που εθίγησαν, με τον Έλληνα πρωθυπουργό να είναι παντελώς κατηγορηματικός, στο τρόπο ανάμιξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου: «Ό,τι και αν αποφασίσει να κάνει το ΔΝΤ», είπε απευθυνόμενος στην ‘Ανγκελα Μέρκελ, «το σίγουρο είναι ότι νέα μέτρα μετά τη λήξη του προγράμματος είναι κοινωνικά και οικονομικά καταστροφικά, και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά». Ενώ ας σημειωθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι ενήμερη των σεναρίων που θέλουν το ΔΝΤ να μεταθέτει την άνοιξη την απόφασή του για τη συμμετοχή του ή μη, στο ελληνικό πρόγραμμα.

Στην «παρεξήγηση», όπως ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας είχε χαρακτηρίσει τη σύγκρουση περί τα μέτρα κοινωνικής στήριξης, ο πρωθυπουργός εξήγησε στην ομόλογό του, ότι «η απόφαση για την διανομή της υπεραπόδοσης του πλεονάσματος είναι απαραίτητη για τη στήριξη όλων όσοι έχουν υποφέρει επί οκτώ χρόνια, συνιστά δε, υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης». Επ’ αυτού μάλιστα, κυβερνητικός αξιωματούχος διευκρίνιζε νωρίτερα σήμερα, πως η πλευρά των εταίρων ήταν ενήμερη για την πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά όχι για το συγκεκριμένο μέτρο.

Στο γενικότερο ζήτημα και σύμφωνα πάντα με την ελληνική θεώρηση, «η Γερμανία δεν έχει λόγο να μη θέλει τη λύση, δεν θα πρέπει στα τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει, να θέλει να προσθέσει, με τεχνητό τρόπο μάλιστα, την αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης». Συνεπώς, «η καγκελάριος δεν έχει λόγο να καθυστερεί την αξιολόγηση», εκτιμούν στο Μέγαρο Μαξίμου. Ως εκ τούτου, στην κυβέρνηση συνεχίζουν να πιστεύουν ότι θα «ξεπαγώσουν» τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.

Ο ίδιος κυβερνητικός αξιωματούχος διέψευδε κατηγορηματικά δημοσιεύματα του ελληνικού ηλεκτρονικού Τύπου, σύμφωνα με τα οποία η καγκελάριος εφέρετο να είχε πει στον πρωθυπουργό, ότι «όσοι βρίζουν τον υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησής μου, βρίζουν εμένα». Στις συζητήσεις μεταξύ κυβερνήσεων, αυτές αντιμετωπίζονται ως όλον, και άρα δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός σε προσωπικές πολιτικές υπουργών, εξηγούσε ο ίδιος κυβερνητικός αξιωματούχος.

Ο οποίος απέρριπτε και τη σεναριολογία περί αναζωπύρωσης των σχέσεων μεταξύ των δύο κυβερνήσεων: «Δεν υπάρχει αναζωπύρωση, όχι ακόμη τουλάχιστον. Όλα μπορούν να συμβούν, το μόνο που δεν μπορεί να συμβεί είναι εκλογές», ήταν επίσης μια χαρακτηριστική αναφορά του.

Εκτός, όμως από την καγκελάριο, ο πρωθυπουργός συναντήθηκε και με τον αντικαγκελάριο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, σε μια πολύ εγκάρδια συνάντηση. Ο Γερμανός σοσιαλιστής πολιτικός ήταν υποστηρικτικός σε όλα τα ελληνικά αιτήματα στο θέμα της οικονομίας, υποστήριζαν, τέλος, οι ίδιες πλευρές.

ΑΠΕ-ΜΠΕ