της Τζένης Τσουπαροπούλου
Facebooktwittergoogle_plus

Andalusia with fields full of grain*

O Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος, ένα μικρό χωριό της Ανδαλουσίας, στις 5 Ιουνίου 1898 από μια νεαρή, ευαίσθητη και ασθενική δασκάλα. Δεύτερη σύζυγος ενός πλούσιου γεοκτήμονα, η γλυκειά μητέρα του ποιητή Λόρκα, είχε τόσο εύθραυστη υγεία που δεν μπόρεσε να θηλάσει η ίδια το γιο της, όμως κατάφερε να του εντρυφήσει την αγάπη για την τέχνη και τα γράμματα, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Του χάρισε μια βαθιά αγάπη για τον συνάνθρωπο και τον σεβασμό στον πόνο των πιο αδυνάτων. 

Η μητέρα του τον γαλούχησε με ιστορίες των βασανισμένων φτωχών ανθρώπων συνοδεία παθιασμένων μελωδιών στο πιάνο. Τον έκανε να λατρέψει τον στακάτο ήχο της ισπανικής κιθάρας τόσο που ο ίδιος παίζοντας στα ανδαλουσιανά λιβάδια τα σπαρμένα με στάρια, σιγοτραγουδούσε δημοτικά τραγούδια…

Γρανάδα και τσιγγάνικα πάθη

Όταν ο Πατέρας Λόρκα μετακόμισε την οικογένειά του, σύζυγο και τέσσερα παιδιά στη Γρανάδα, ο νεαρός πια Φεντερίκο κάνει τη χάρη στον πατέρα του να σπουδάσει Νομική περνώντας ως καραβάνι στη Φιλολογία. 

Στη Γρανάδα ήρθε σε επαφή με τις τοπικές κοινωνίες τσιγγάνων της Ανδαλουσίας από όπου αναδύθηκαν οι στίχοι του El Romancero Gitano. Φύγετε, φεγγάρι… Όταν οι τσιγγάνοι έρχονται..

Huye luna, luna, luna.
Si vinieran los gitanos,
harían con tu corazón
collares y anillos blancos.

Niño, déjame que baile.
Cuando vengan los gitanos,
te encontrarán sobre el yunque
con los ojillos cerrados.

Μαδρίτη, φοιτητική εστία και ματωμένες καρδιές 

Αφήνοντας πίσω την οικογένειά του και την Ανδαλουσία, συνεχίζει τις σπουδές του στη Μαδρίτη και ζει στη γνωστή φοιτητική εστία Residencia de Estudiantes. Είναι η εποχή της φιλίας του με τον Μπουνιουέλ, Νταλί, Γκρεγκόριο Σιέρρα με τον οποίο γράφει το πρώτο του θεατρικό έργο.

Ζει στην εστία εννέα χρόνια και τα καλοκαίρια πηγαίνει στη Βαρκελώνη στον φίλο του Σαλβαντόρ Νταλί. Ο Λόρκα θαύμαζε απεριόριστα τον Νταλί και ήταν ερωτευμένος μαζί του και τον καίει το ανεκπλήρωτο.

Ω! Σαλβαντόρ Νταλί, 

Υγιεινή ψυχή, ζεις πάνω σε νέα μάρμαρα. 

Αποφεύγεις το σκοτεινό δάσος των απίστευτων μορφών. 

Η φαντασία σου φτάνει όπου φτάνουνε τα χέρια σου κι εσύ απολαμβάνεις το σονέτο της θάλασσας, στο παράθυρό σου. 

«Ωδή στον Σαλβαντόρ Νταλί»

 

“Ποιητής στη Νέα Υόρκη” 

Η οικογένειά του Λόρκα, πάντα υποστηρικτική, οργανώνει ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη και υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, καθώς έβλεπαν τον γιο τους να υποφέρει απο κατάθλιψη και ενοχές για την ομοφιλοφιλία του. 

Στην πολυπολιτισμική γεμάτη πολυκοσμία Νέα Υόρκη, γράφει το αριστούργημά του “Ποιητής στη Νέα Υόρκη” μια κραυγή για την αλλοτρίωση του ανθρώπου, μια κραυγή ενάντια στη καταπίεση, μια “Κραυγή ως τη Ρώμη”: 

Ο δάσκαλοι σημειώνουν μ’ φοσίωση
το
ς τεράστιους λιβανισμένους θόλους,
λλ κάτω π τ’ γάλματα γάπη δν πάρχει,
δ
ν πάρχει γάπη κάτω π’ τ μάτια το τελειωμένου κρύσταλλου.
γάπη βρίσκεται στς σκισμένες σάρκες π’ τ δίψα,
στ
μικρούλικο καλύβι πο παλεύει τν πλημμύρα.
γάπη βρίσκεται μέσα στος λάκκους
που παλεύουν τ ρπετ τς πείνας,
στ
θλιμμένη θάλασσα πο νανουρίζει τ κουφάρια τν γλάρων
κα
στ αχμηρ φιλ τ σκοτεινότατο κάτω π’ τ μαξιλάρια.
Μ
γέρος μ τ διάφανα τ χέρια
θ
πει: γάπη, γάπη, γάπη,
μέ τ
ς πευφημίες π κατομμύρια μελλοθάνατους.
Θ
πε: γάπη, γάπη, γάπη,
μέσα στ
χρυσοφαντο λαμ πο τρέμει π τρυφερότητα·
θ
πε: ερήνη ερήνη, ερήνη,
μέσα
π λάμψεις μαχαιριν κα σ πεπόνια π δυναμίτη.
Θ
πε: γάπη, γάπη, γάπη,
μέχρι πο
ν γίνουνε τ χείλη του σημένια.

Μέχρι τότε, μέχρι τότε, χ!, μέχρι τότε,
ο
νέγροι πο μαζεύουνε τ πτυελοδοχεα,
τ’
γόρια πο τρέμουνε
κάτω
π τν τρόμο τ χλομ τν διευθυντν,
ο
γυνακες ο πνιγμένες μέσα στ ρυκτέλαια,
τ
μέγα πλθος το σφυριο, το βιολιο το σύννεφου,
πρέπει ν
κραυγάζει ν κα το τινάζουν τ μυαλ στν τοχο,
πρέπει ν
κραυγάζει πέναντι π’ τος θόλους,
πρέπει ν
κραυγάζει τρελ π φωτιά,
πρέπει ν
κραυγάζει τρελ π χιόνι,
πρέπει ν
κραυγάζει μ τ κεφάλι γεμάτο κόπρανα,
πρέπει ν
κραυγάζει πως λες ο νύχτες μαζί,
πρέπει ν
κραυγάζει μ φων τόσο σπαραχτικ
πο
ο πόλεις ν τρέμουνε σν τ κορίτσια
κα
ν γκρεμίσουνε ο φυλακς το λαδιο κα τς μουσικς.
Γιατ
θέλουμε τ καθημεριν ψωμί μας,
νθ το σκλήθρου κα διαρκ συγκομιδ π τρυφερότητα,
γιατ
θέλουμε ν κπληρωθε θέληση τς γς
πο
δίνει τος καρπούς της γι λους.

Κούβα, επανάσταση και επιστροφή στην Ισπανία. 

 

Tαξιδεύει στην Κούβα, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Σκωτία και σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

“Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης» λέει ο Λόρκα και γράφει έργα που κάνουν επανάσταση…: «Γέρμα», ο «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», ο «Ματωμένος Γάμος». Συνέταξε τη διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού την ίδια χρόνια που ξέσπασε ο εμφύλιος. 

 

“Το τραγούδι που ποτέ δεν θα το πω, Αποκοιμήθηκε στα χείλη μου, Τραγούδι από ζωντανά άστρα, Πάνω σε μια αιώνια μέρα…”

Με κάποιον τροπο προετοίμαζε τον θάνατό του. Έγραψε για αυτόν τόσο πολύ όσο και για τον έρωτα. Με τις πρώτες σκιές του Ισπανικού Εμφυλίου πήγε πίσω στη Γρανάδα για να αποχαιρετίσει τον πατέρα του. Συνελήφθη ως αριστερός και ομοφυλόφιλος, το μίσος του Φράνκο.

Η φωνή του ποιητή σίγησε από το εκτελεστικό απόσπασμα στις 19 Αυγούστου του 1936 μαζί με ένα δάσκαλο και δυο αναρχικούς. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ. Ο αέρας της Ανδαλουσίας ηχεί πάντα όμως στους λυρικούς του στίχους και τους ταξιδεύει σε όλη τη γη φωνάζοντας για δικαιοσύνη.

*Στίχος από το τραγούδι Spanish Caravan, The Doors