Γιάννης Μπουρνούς
Facebooktwittergoogle_plus

Η ηγεσία της αντιπολίτευσης ωθεί στην κλιμάκωση της βίας και καταφεύγει σε εκκλήσεις για ξένη επέμβαση και βίαιη ανατροπή του Μαδούρο.

Η εξήγηση είναι απλή: Ο ακροδεξιός Καπρίλες και ο συνδαιτυμόνας του, “φιλελεύθερος” Λόπεζ, γνωρίζουν ότι, αν δώσουν χώρο και χρόνο στον Μαδούρο για επέκταση κοινωνικών πολιτικών (τώρα που η τιμή του πετρελαίου έχει σχετικά ανακάμψει), δεν θα μπορέσουν να κερδίσουν τις επόμενες προεδρικές εκλογές

Η Βενεζουέλα είναι η χώρα που, μετά την εκλογή Τσάβες το 1998, ηγήθηκε μιας ολόκληρης ηπείρου στη ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό και τις αμερικανικές επεμβάσεις και το έκανε αυτό ακριβώς σε μια ιστορική στιγμή που η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» έμοιαζε ακαταμάχητη. Ακολούθησαν μια σειρά από αριστερές και προοδευτικές κυβερνήσεις στην Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική, που ακολούθησαν η καθεμιά τον δικό της δρόμο, περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικό, όλες όμως, με πρωτοπόρο τη Βενεζουέλα, εργάστηκαν για την οικοδόμηση κοινωνικού κράτους, την καταπολέμηση της φτώχειας, την ανάσχεση των ελεύθερων αγορών, την αξιοποίηση των εθνικών πόρων υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των ιθαγενών κοινοτήτων και την αυτοοργανωμένη εμπλοκή των λαϊκών κοινοτήτων στην τοπική διακυβέρνηση και παραγωγή.

Ταυτόχρονα συνεργάστηκαν σε μια άλλη, «ενοχλητική» πρωτοβουλία, την ALBA (Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της δικής μας Αμερικής), ένα εγχείρημα περιφερειακής ολοκλήρωσης της ηπείρου σε προοδευτική και αντι-ιμπεριαλιστική κατεύθυνση, ενώ την ίδια στιγμή οι περισσότερες από τις προοδευτικές κυβερνήσεις έχουν συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με την Κίνα και τη Ρωσία.

Αδυναμίες

Υπάρχουν βεβαίως και λόγοι για κριτική: Ο Τσάβες αφαίρεσε την εκμετάλλευση του πετρελαϊκού πλούτου από την αρπακτική εγχώρια και διεθνή ολιγαρχία, ωστόσο μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια μπολιβαριανής διαδικασίας η Βενεζουέλα δεν έχει κατορθώσει ακόμα να μετασχηματίσει το παραγωγικό της μοντέλο, ώστε να αξιοποιεί τους πόρους του πετρελαίου και όχι να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτό.

Η κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου εν μέσω κρίσης έφερε έτσι δημοσιονομική δυστοκία, υπερπληθωρισμό και συνεπακόλουθα συνεχείς νομισματικές υποτιμήσεις. Οι εισαγωγές προϊόντων δυσκόλεψαν, αλλά και σαμποταρίστηκαν από εγχώριους και διεθνείς παράγοντες. Ο Μαδούρο πλήρωσε αυτές και άλλες αδυναμίες (όπως η αποτυχία εξουδετέρωσης της διαφθοράς) με μια οδυνηρή ήττα στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε η δεξιά αντιπολίτευση. Αλλά εάν γίνονται εκλογές και μπορεί να τις κερδίζει η αντιπολίτευση, τότε πού εδράζονται οι κατηγορίες για αυταρχισμό και δικτατορία; Πόσο μάλλον όταν η αντιπολίτευση ελέγχει σημαντικούς δήμους και περιφέρειες της χώρας, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης. Γιατί η «δημοκρατικά ευαίσθητη» αντιπολίτευση δεν μπορεί να αναμένει τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν το 2018 για να «απαλλαγεί» από τον Μαδούρο με την προβλεπόμενη δημοκρατική διαδικασία; Γιατί δεν συμμετείχε στις πρόσφατες εκλογές για τη (συνταγματικά προβλεπόμενη) Συντακτική Συνέλευση, για να επικρατήσει εκλέγοντας τους δικούς της αντιπροσώπους;

Ακόμα περισσότερο ανεξήγητη είναι η άρνηση των ηγετών της αντιπολίτευσης να λάβουν μέρος στη διαμεσολαβητική πρωτοβουλία ειρήνευσης και διαλόγου του πρώην πρωθυπουργού της Ισπανίας Χοσέ Λουίς Θαπατέρο ή να ακολουθήσουν τις εκκλήσεις του Πάπα Φραγκίσκου για τερματισμό της βίας.

Αντίθετα, η ηγεσία της αντιπολίτευσης ωθεί στην κλιμάκωση της βίας -ακόμα και με πυρπολήσεις υποστηρικτών του Τσάβες-, στην κατάρρευση της δημόσιας τάξης και της οικονομίας και καταφεύγει σε εκκλήσεις για ξένη επέμβαση και βίαιη ανατροπή του Μαδούρο.

Η εξήγηση είναι απλή: Ο ακροδεξιός Καπρίλες και ο συνδαιτυμόνας του, «φιλελεύθερος» Λόπεζ, γνωρίζουν ότι, αν δώσουν χώρο και χρόνο στον Μαδούρο για επέκταση κοινωνικών πολιτικών (τώρα που η τιμή του πετρελαίου έχει σχετικά ανακάμψει), δεν θα μπορέσουν να κερδίσουν τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Όχι γιατί τα πεπραγμένα της προεδρίας Μαδούρο είναι τόσο ικανοποιητικά, αλλά επειδή αφ’ ενός η δική τους πολιτική ταυτίζεται απροκάλυπτα με τη ρεβανσιστική, παρασιτική και ακροδεξιά βενεζουελάνικη ολιγαρχία και αφ’ ετέρου η συνοχή της αντιπολίτευσης βασίζεται σε μια καιροσκοπική «λυκοφιλία», που καταλήγει συνήθως σε πολλαπλές προεδρικές υποψηφιότητες.

Το πρόβλημα δηλαδή της αντιπολίτευσης, ειδικά μετά την εκστρατεία βίας που ενορχήστρωσε, είναι πως ακόμα και για τους απογοητευμένους ή αγανακτισμένους από την προεδρία Μαδούρο, οι ίδιοι παραμένουν για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μια αποκρουστική εναλλακτική.

Η Διοίκηση Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένη να κλιμακώσει την επίθεση στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Η Ε.Ε. πρέπει πάση θυσία να απόσχει από έναν τέτοιο δρόμο επέμβασης στα εσωτερικά ενός κυρίαρχου κράτους, που κατάληξή του θα έχει άλλη μια πραξικοπηματική αλλαγή μη αρεστής στις ΗΠΑ κυβέρνησης, όπως έγινε με την ανατροπή από τη Χίλαρι Κλίντον του Προέδρου Ζελάγια στην Ονδούρα ή με τη νομότυπη ανατροπή της Ντίλμα Ρούσεφ από μια δράκα υπερδιεφθαρμένων αντιπάλων της στη Βραζιλία.

Διαμεσολάβηση

Ο Θαπατέρο, σοσιαλιστής και πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας, έχει ρόλο διαμεσολαβητή στην κρίση της Βενεζουέλας. Οι εκκλήσεις του και προς τα δύο μέρη επικεντρώνονται στη συναίνεση, την ειρήνευση και τον δημοκρατικό διάλογο και προδιαγράφουν έναν δρόμο εξόδου από την κρίση. Η πρότασή του βασίζεται σε έξι πυλώνες:

* Στον καθορισμό ακριβούς χρονοδιαγράμματος για τη διεξαγωγή των αυτοδιοικητικών και των προεδρικών εκλογών.

* Την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του κοινοβουλίου.

* Τη συγκρότηση Επιτροπής Αλήθειας που θα καθορίσει τους όρους απελευθέρωσης των κρατούμενων της αντιπολίτευσης.

* Την παροχή εγγυήσεων ότι η νεοεκλεγείσα Συντακτική Συνέλευση θα λειτουργήσει με σεβασμό στις αρχές της δημοκρατίας και στις συνταγματικές εξουσίες, αποδεχόμενη ως κυρίαρχη μορφή νομιμοποίησης της συνταγματικής αναθεώρησης την καθολική ψήφο των πολιτών.

* Την ανάγκη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των άμεσα εμπλεκόμενων πλευρών, δηλαδή της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, χωρίς επεμβάσεις τρίτων στα εσωτερικά της χώρας.

* Τη συγκρότηση μιας κοινά αποδεκτής ομάδας επιτήρησης της εφαρμογής της όποιας συμφωνίας των δύο πλευρών, που θα συγκροτηθεί α) από εκπροσώπους της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης και β) από εκπροσώπους φιλικών κρατών των δύο πλευρών.

Ο Θαπατέρο καταδίκασε οποιαδήποτε πράξη βίας, ενώ ανακοίνωσε πως κυρώσεις από τρίτες χώρες (όπως αυτές που εξήγγειλαν οι ΗΠΑ) και άλλες παρόμοιες παρεμβάσεις θα ρίξουν λάδι στη φωτιά.

Η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να μαστίζεται από προβλήματα, αλλά οι κοινωνικές κατακτήσεις του κύματος αριστερών και προοδευτικών κυβερνήσεων και κινημάτων της τελευταίας δεκαπενταετίας δεν θα χαριστούν τόσο εύκολα. Με μια επίτευξη βιώσιμης συμφωνίας στη Βενεζουέλα και με νίκες στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας (2018) και της Αργεντινής (2019) κατά των διεφθαρμένων νεοφιλελεύθερων Τέμερ και Μάκρι αντίστοιχα, οι λαοί της Λατινικής Αμερικής μπορούν να ξαναγυρίσουν το παιχνίδι υπέρ τους.

*Ο Γιάννης Μπουρνούς είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ, υπεύθυνος Τομέα Ευρωπαϊκών & Διεθνών Υποθέσεων

 

πηγή: Η Αυγή