Facebooktwittergoogle_plus

Οι τσούχτρες έκαναν και πάλι επιδρομή στις ακτές του Κορινθιακού, δημιουργώντας προβλήματα σε όσους ήθελαν να κάνουν μια δροσιστική βουτιά στα γαλάζια νερά του και οδηγώντας σε απόγνωση τους παράκτιους ψαράδες και τους επαγγελματίες που στηρίζονται στον τουρισμό.

Το φαινόμενο, που ήταν ιδιαίτερα έντονο στις αρχές Ιουνίου, τις τελευταίες ημέρες παρουσιάζει ύφεση, αλλά είναι βέβαιο ότι θα επανέλθει στο τέλος του καλοκαιριού.

Μια απειλή που αν ευαισθητοποιήσει τους αρμοδίους, είναι πιθανό να αποτελέσει αφορμή για να ξεκινήσει επιτέλους η λήψη μέτρων προστασίας ενός σπάνιου θαλάσσιου οικοσυστήματος που εκπέμπει από χρόνια SOS.

Οι μέδουσες, όπως είναι η επίσημη ονομασία τους, ανήκουν στα θαλάσσια ασπόνδυλα. Πρόκειται για πλαγκτονικούς οργανισμούς, οι οποίοι απαντούν σε όλες τις θάλασσες του κόσμου και ζουν σε κοπάδια.

Ο λαός τις ονομάζει τσούχτρες γιατί μόλις ακουμπήσουν το ανθρώπινο σώμα εκκρίνουν ένα υγρό που προκαλεί τσούξιμο, το οποίο μπορεί να δημιουργήσει ακόμα και αλλεργικό σοκ σε άτομα με ευαισθησία.

«Εχουμε έξαρση τα τελευταία χρόνια», εξηγεί στην «Εφ.Συν.» ο Ευθύμιος Σκαρίμπας, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικολογικών Οργανώσεων Προστασίας του Κορινθιακού «Η Αλκυών», ο οποίος ασχολείται από παιδί με την αλιεία και γνωρίζει «όπως την παλάμη του» τον βυθό του κόλπου της Κρίσσας, κοντά στην Ιτέα.

Θυμάται πως παλιότερα έκαναν την εμφάνισή τους κάθε 10 με 12 χρόνια. Πέρυσι όμως τα κοπάδια ήταν περισσότερα και φέτος επανήλθαν, κάνοντας ιδιαίτερα έντονη την παρουσία τους στο Λουτράκι και στις βόρειες ακτές από την Κρίσσα ώς το Γαλαξίδι.

Εξαφανίζονται ψάρια

«Βασική αιτία είναι η υπεραλίευση που γίνεται στον κλειστό κόλπο του Κορινθιακού», επισημαίνει και κάνει λόγο για «λεηλασία αλιευμάτων».

Από τη δική του πολύχρονη επαφή με τη θάλασσα υπολογίζει ότι έχουν μειωθεί πάνω από 1.000% σε σχέση με τη δεκαετία του 1970 και έχουν εξαφανιστεί πολλά είδη ψαριών, όπως οι μπάφες και τα μιξινάρια, όπως ονομάζουν οι ψαράδες τους μεγάλους κέφαλους.

Ρίχνει τις περισσότερες ευθύνες στο ψάρεμα με μηχανικά μέσα και επικαλείται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία μόνο σε δύο ημέρες «σήκωσαν» από τον Κορινθιακό περίπου 90 τόνους αλιευμάτων.

«Αντιστοιχούν σε 30.000 ψάρια και αν δεχθούμε ότι τα μισά είναι θηλυκά και παράγουν ένα εκατομμύριο γόνους το καθένα, τότε χάνουμε περίπου 15 δισ. γόνους τον χρόνο», εκτιμά και προσθέτει: «Μειώνεται έτσι ο πληθυσμός των ψαριών που τρέφονται από τις τσούχτρες και θα τις εξαφάνιζαν πριν προλάβουν να αναπτυχθούν».

Η παράμετρος αυτή είναι καθοριστική, γιατί οι τσούχτρες του Κορινθιακού είναι πελαγίσιες, που σημαίνει ότι η γενέτειρά τους βρίσκεται στο Ιόνιο και το Αιγαίο, από όπου μεταναστεύουν και εγκλωβίζονται στον κλειστό κόλπο.

Παλιότερα προλάβαιναν και τις έτρωγαν τα ψάρια όταν ήταν ακόμη σε μορφή πλαγκτόν. Τώρα καταφέρνουν να αναπτυχθούν και αναπαράγονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εμφάνισή τους τα δύο τελευταία καλοκαίρια δεν συνδέεται με έξαρση του φαινομένου στα πελάγη, που σημαίνει ότι έχουν κάνει «στέκι» τους τον Κορινθιακό…

Τοξικά υλικά

Ο Ευθύμιος Σκαρίμπας αναφέρει και άλλες δύο βασικές αιτίες που έχουν διαταράξει τις ισορροπίες του θαλάσσιου οικοσυστήματος.

«Εχουμε την κόκκινη λάσπη που ρίχνει για δεκαετίες το εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου», καταγγέλλει και αναφέρει ότι, με στοιχεία του 2011, το 17% του βυθού έχει καλυφθεί από το τοξικό αυτό υλικό.

«Πρέπει να φτάνουμε στο 25% και πλέον μιλάμε για νεκρό βυθό, που είναι το πιο κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη της τσούχτρας», υπογραμμίζει και προσθέτει: «Επειτα από πολύχρονους αγώνες καταφέραμε να μπουν φίλτρα που κατακρατούν την κόκκινη σκόνη, αλλά αφήνουν να περνούν τα “ζουμιά” που είναι επίσης τοξικά».

Τα τελευταία χρόνια λειτουργεί στην περιοχή εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος από φυσικό αέριο.

«Χιλιάδες τόνοι θερμού νερού καταλήγουν στη θάλασσα», καταγγέλλει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικολογικών Οργανώσεων του Κορινθιακού και υπολογίζει ότι «στις εκβολές του αγωγού μέσα στη θάλασσα και σε επιφάνεια τεσσάρων τετραγωνικών χιλιομέτρων τα νερά είναι ζεστά και έχουν ήδη δημιουργήσει συνθήκες τροπικής θάλασσας, που αποτελούν πραγματική θερμοκοιτίδα για τις μέδουσες».

Δίκτυο NATURA

Το μείζον οικολογικό αλλά και οικονομικό αυτό πρόβλημα συζητήθηκε σε πρόσφατη συνεδρίαση της ειδικής επιτροπής περιβάλλοντος της Βουλής.

«Η ένταξη του Κορινθιακού στις προστατευόμενες περιοχές μπορεί να αποτελέσει το πρώτο, πολύ σημαντικό θεσμικό βήμα», τόνισε η πρόεδρός της και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κατερίνα Ιγγλέζη, επισημαίνοντας ότι ο κλειστός αυτός κόλπος «βρέχει» τέσσερις περιφέρειες, επομένως χρειάζεται να θεσπιστεί ενιαίος χωρικός σχεδιασμός.

Τη σκυτάλη παρέλαβε ο Γιάννης Καζόγλου, συνεργάτης του αναπληρωτή υπουργού Σωκράτη Φάμελλου, ο οποίος προανήγγειλε ότι αξιολογούνται όλα τα χαρακτηριστικά του Κορινθιακού για να στηρίξουν την πρόταση για ένταξή του στις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές του δικτύου NATURA.

Είναι υποχρέωση της χώρας μας που απορρέει από τις κοινοτικές οδηγίες και έως τώρα υπάρχει μεγάλη δυστοκία, αφού οι χερσαίες περιοχές καλύπτουν το 27% της επιφάνειας της χώρας, ενώ τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν μόλις το 6% και πρέπει να αυξηθούν.

Η πρόταση έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση μαζί με άλλες που αφορούν ζώνες γύρω από νησιά και το υπουργείο Περιβάλλοντος απαντά στις αντιδράσεις που διατυπώνονται ότι προστασία δεν σημαίνει εμπόδια στην ανάπτυξη, αλλά κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, που αποτελούν συγκριτικά πλεονεκτήματα για την Ελλάδα.

Μαρία Σαλωμίδου (ερευνήτρια του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Μελετών)

«Ο Κορινθιακός δέχεται πιέσεις, αλλά αντιστέκεται»

ΚορινθιακόςEUROKINISSI / ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

«Ο Κορινθιακός αποτελεί την επιτομή του θαλάσσιου οικοσυστήματος, μια γοητευτική μικρογραφία της Μεσογείου, με τα λιβάδια της Ποσειδωνίας, τους υφάλους και τους μοναδικούς κοραλλιογενείς σχηματισμούς», εξηγεί στην «Εφ.Συν.» η Μαρία Σαλωμίδου, ερευνήτρια του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Μελετών (ΕΛΚΕΘΕ) και υπεύθυνη του διεπιστημονικού προγράμματος αξιολόγησης των θαλάσσιων ειδών και οικοτόπων στη χώρα μας.

Συμμετέχει στη μελέτη του Κορινθιακού από το 2009 και διαπιστώνει ότι λόγω της υπεραλίευσης έχουν χαθεί τα φύκια σε μεγάλη έκταση.

Ανησυχητική χαρακτηρίζει τη συνεχή μείωση του πληθυσμού των σαργοειδών ψαριών, που είναι εξειδικευμένοι θηρευτές των αχινών, οι οποίοι αποκαλούνται «τα κατσίκια της θάλασσας», γιατί προκαλούν υποβρύχια ερημοποίηση.

Απειλή είναι και η παράνομη αλιεία του πετροσωλήνα, για τη συλλογή του οποίου καταστρέφονται τα βράχια των ακτών!

Προβλήματα όμως δημιουργούν και οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες, σε συνδυασμό με την ανεξέλεγκτη οικιστική ανάπτυξη που έχει επεκταθεί σχεδόν σε όλο το μήκος της βόρειας ακτογραμμής της Πελοποννήσου.

Στο θαλάσσιο οικοσύστημα του Κορινθιακού δεσπόζουσα θέση έχουν τα λιβάδια της Ποσειδωνίας, που αναπτύσσονται κοντά στις ακτές αλλά φτάνουν και σε βάθος έως 60 μέτρα.

Στην πλειονότητά τους βρίσκονται κοντά τις ακτές της Στερεάς Ελλάδας, από την Ιτέα ώς τη Ναύπακτο και ανοιχτά του Λουτρακίου.

Φιλοξενούν πάνω από 400 είδη φυκιών και χαρακτηρίζονται οικότοποι προτεραιότητας, με βάση τις κοινοτικές οδηγίες, γιατί παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή των ψαριών και τη διατήρηση των υπόλοιπων θαλάσσιων οργανισμών.

Ιδιαίτερα οι γόνοι, τα νεογέννητα ψάρια, βρίσκουν σ’ αυτά καταφύγιο για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να φτάσουν με τη σειρά τους σε αναπαραγωγική ηλικία.

Η παρουσία τους μειώνει επίσης την κινητική ενέργεια του νερού και λειτουργεί ως φυσικό φράγμα που προστατεύει την ακτογραμμή από τη διάβρωση ενώ συμμετέχει καθοριστικά στην οξυγόνωση του θαλάσσιου νερού.

«Συνθέτουν ένα βενθικό σύστημα», αναφέρει η Μαρία Σαλωμίδου και σπεύδει να προσθέσει ότι ο όρος προέρχεται από την αρχαία λέξη «βένθος», που σημαίνει βυθός.

Κοράλλια και γοργόνες

Ευχάριστη έκπληξη είναι η αναφορά της στα κοράλλια που έχουν εντοπιστεί κοντά στις ακτές της Αιγιαλείας. Οι αποικίες με τις γοργόνιες, που σπάνια απαντούν σε ελληνικές θάλασσες, αναπτύσσονται σε σύνθετες μορφές σχήματος βεντάλιας, με εντυπωσιακές κίτρινες και κόκκινες συστάδες, ενώ υπάρχουν λίγες ροζ που θεωρούνται ιδιαίτερα σπάνιες.

Η δημιουργία τους, όπως μας εξηγεί η ερευνήτρια του ΕΛΚΕΘΕ, οφείλεται στα κρύα νερά της περιοχής που συμβάλλουν στον μηχανισμό στερεοποίησης των φερτών υλικών που καταλήγουν στη θάλασσα από τους χειμάρρους και τα ποτάμια των βόρειων ακτών της Πελοποννήσου.

«Το θαλάσσιο οικοσύστημα είναι όπως αυτό της ξηράς, με τα δάση και τα ποτάμια του», επισημαίνει και διαπιστώνει πως «ο Κορινθιακός δέχεται πιέσεις, αλλά αντιστέκεται».

Τα τέσσερα είδη δελφινιών και η ανάγκη προστασίας τους

Δελφίνια

Στα νερά του Κορινθιακού βρίσκουν καταφύγιο τέσσερα είδη δελφινιών, που αξιοποιούν το μεγάλο βάθος του κόλπου το οποίο φτάνει σε ορισμένα σημεία τα 930 μέτρα.

Τα ζωνοδέλφινα, τα σταχτοδέλφινα, τα ρινοδέλφινα και κυρίως τα κοινά δελφίνια, τα οποία έχουν εξαφανιστεί από πολλές θαλάσσιες περιοχές της Μεσογείου και γι’ αυτό έχουν καταχωριστεί στα απειλούμενα είδη.

Η ομορφιά και η σημασία τους δεν είναι τα μόνα στοιχεία που τα κάνουν ξεχωριστά. Αποτελούν μία από τις σπάνιες περιπτώσεις στον κόσμο που τα τέσσερα αυτά είδη ζουν σε κοινά κοπάδια δημιουργώντας μια μικτή κοινωνία.

Οι αιτίες αυτής της ειρηνικής συνύπαρξης δεν είναι γνωστές, αλλά έχει ενδιαφέρον η επισήμανση από τον Αλέξανδρο Φραντζή, πρόεδρο του Ινστιτούτου Κητολογικών Ερευνών «Πέλαγος».

Μιλώντας στη συνεδρίαση της επιτροπής περιβάλλοντος της Βουλής επισήμανε ότι πρόκειται για διαφορετικά είδη του ζωικού βασιλείου και επικαλέστηκε τη γάτα και την τίγρη, αποκαλύπτοντας ότι «απέχουν μεταξύ τους γενετικά, δεν αναπαράγονται μεταξύ τους, δεν εκπέμπουν τα ίδια σήματα για να μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους»!

Είναι μία από τις συνολικά τρεις ιδιαιτερότητες των δελφινιών του Κορινθιακού. Το ζωνοδέλφινο είναι καθαρά πελαγικό είδος, όμως βρέθηκε πριν από πολλές χιλιετίες στον Κορινθιακό και εγκλωβίστηκε.

Στην πάροδο του χρόνου όμως βίωσε και μια ενδιαφέρουσα βιολογική εξέλιξη που έχει παγκόσμιο ενδιαφέρον, αφού δημιουργήθηκε ένα μοναδικό υβρίδιο με το κοινό δελφίνι.

Για όλους αυτούς τους λόγους, πολύ πρόσφατα η IUCN, η διεθνής ένωση για τη διατήρηση της φύσης, που συντάσσει τη βίβλο με τα απειλούμενα είδη, ανακήρυξε τον Κορινθιακό σημαντική περιοχή για τα θαλάσσια κήτη και ζητά τη λήψη μέτρων για την προστασία τους.

Πηγή: efsyn.gr