Νίκος Γκάτσος
Facebooktwittergoogle_plus

«Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο αναβράζον νερό, που σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο και που οι Ισπανοί την ονομάζουν “Φουέντε Γκράντε”, δηλαδή Μεγάλη ενώ οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν “Αϊναδαμάρ”, δηλαδή Πηγή των Δακρύων» (Σ.Σ.: Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε σαν σήμερα, στις 19 Αυγούστου του 1936, από τους φαλαγγίτες του Φράνκο)

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ένας από τους λίγους αυθεντικούς ποιητές του αιώνας μας, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1898 στο μικρό χωριό της Ανδαλουσίας Φουέντε Βακέρος, κάπου δεκαοχτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Γρανάδας. Ο πατέρας του, άνθρωπος με φιλελεύθερες αρχές, είταν πλούσιος κτηματίας της περιοχής που, όταν η πρώτη του γυναίκα πέθανε άτεκνη, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη νεαρή αλλά γνωστική και καλλιεργημένη δασκάλα του χωριού, κόρη μιας φτωχής οικογένειας από τη Γρανάδα. Απόκτησε μαζί της πέντε παιδιά με πρωτότοκο τον Φεδερίκο. Έτσι ο κατοπινός ποιητής, εκτός από ένα μικρό διάστημα που για λόγους υγείας υποχρεώθηκε να συνεχίσει το σχολείο του στην Αλμερία, έζησε τα παιδικά του χρόνια στον εύφορο κάμπο της Γρανάδας, το σταυροδρόμι τόσων φυλών, με τα γραφικά χωριά και τους παράξενους θρύλους, με τους τσιγγάνους και τους αυτοσχέδιους μουσικούς, με αμαρτωλούς έρωτες και τα βίαια πάθη, μ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ευαισθησία του μικρού ανδαλουσιάνου και σφράγισαν για πάντα τον χαρακτήρα και την υφή του έργου του.

Όταν ο Φεδερίκο έγινε έντεκα χρονών, ο πατέρας του αποφάσισε ν’ αφήσει τον κάμπο και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στη Γρανάδα για μια καλύτερη ζωή, όπως έλεγε. Εκεί ο γιος του, μετά τις εγκύκλιες σπουδές, γράφτηκε στη Φιλοσοφική και στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου απ’ όπου, μερικά χρόνια αργότερα, κατόρθωσε να πάρει το δίπλωμα που φυσικά δεν τον ενδιέφερε. Τον ενδιέφερε μόνο η ποίηση και οι πρώτες του προσπάθειες να γράψει θέατρο που το θεωρούσε ύψιστη μορφή ποίησης αφού, όπως έλεγε, «το θέατρο παίρνει τα λόγια από το άψυχο χαρτί και τα μεταμορφώνει ζωντανή ανθρώπινη έκφραση». Και, όσο κι αν η σκέψη του είταν πάντα δεμένη με τις αναμνήσεις του κάμπου και του πατρικού του χωριού, στην πρωτεύουσα άνοιξαν καινούργιοι ορίζοντες για τη φαντασία του. Γνωρίστηκε με τους νέους συγγραφείς και καλλιτέχνες της ισπανικής πόλης και, έχοντας αρχίσει από χρόνια να σπουδάζει μουσική, ήρθε σ’ επαφή με τους ανθρώπους του ρυθμού και της μελωδίας, ιδιαίτερα με τον διάσημο Μανουέλ ντε Φάλια, που κατοικούσε τότε στη Γρανάδα και που η διαφορά της ηλικίας δε στάθηκε εμπόδια να γίνουν στενοί φίλοι και αργότερα συνεργάτες. Στο μεταξύ ο πατέρας του αγόρασε στην άκρη της πόλης ένα μεγάλο σπίτι με θαυμάσιο κήπο που το προόριζε για θερινή κατοικία της οικογένειας. Από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια αυτού του σπιτιού φαινόταν κάτω χαμηλά ο απέραντος κάμπος της Γρανάδας και στην αντίθετη μεριά η Σιέρρα Νεβάδα με τις χιονισμένες κορφές, που έφερναν από μακριά μια ανάσα της Μεσογείου κι από το βάθος τα’ ουρανού μια υποψία της Αφρικής. Σ’ αυτό το σπίτι, και τότε και αργότερα, ο Λόρκα έγραψε πολλά από τα ωραιότερα ποιήματά του. Εκεί ολοκλήρωσε της Τσιγγάνικες Πσραλογές(Romancero Gitano) στην οριστική τους μορφή κι εκεί τελείωσε πολλά από τα γνωστά θεατρικά του έργα.

Αλλά η Γρανάδα είταν πια μικρή για να χωρέσει κάποιον που η φήμη του είχε αρχίζει ν’ απλώνεται σ’ ολόκληρη την Ισπανία. Έτσι, ο ποιητής έφυγε ακόμη μια φορά για τη Μαδρίτη, όπου με το πρόσχημα πάντοτε των σπουδών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Εστία της Ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί γνώρισε κι έγινε φίλος με τους περισσότερους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και καλλιτέχνες της νέας γενιάς (της λεγόμενης γενιάς του ’27), όπως είταν ο Δάμασο Αλόνσο, ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Χόρχε Γιλιέν, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Χεράρδο Διέγκο, και πολλοί άλλοι. Είταν μια περίοδος εξαιρετικά δημιουργική για τους νέους πνευματικούς ανθρώπους της Ισπανίας, γεμάτη ζωντάνια και πρόκληση για καινούργιες αξίες και κατακτήσεις.

Στα 1929 ο Λόρκα αποφάσισε να πραγματοποιήσει το μεγάλο ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες που τα μελετούσε από καιρό. Πέρασε πρώτα από τη Γαλλία και κατόπι από την Αγγλία, όπου πήρε το πλοίο για την υπερατλαντική του περιπέτεια. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες είταν ακόμα κάτι το άγνωστο. Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη είδε πως η ζωή εκεί δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη ζωή στην Ισπανία. Ωστόσο του χάρισε καινούργια κίνητρα και συγκινήσεις, όπως φαίνεται καις το έργο του Ποιητής στη Νέα Υόρκη, που δείχνει μια άλλη πτυχή του ταλέντου του και περιλαμβάνει μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματα. Οι άλλες του δραστηριότητες στην ήπειρο του παλιού θαλασσοπόρου συμπατριώτη του δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Μερικές γνωριμίες, μερικές διαλέξεις, ένα φεγγάρι στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κι ένα σύντομο ταξίδι στην Κούβα, που του θύμισε την Ανδαλουσία και τον ενθουσίασε.

Όταν έπειτα από ενάμισι χρόνο ξαναγύρισε στην Ισπανία, κάτι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει στην πολιτική ζωή του τόπου. Την πτώση του Πρίμο ντε Ριβέρα και τη φυγή του βασιλιά Αλφόνσου ακολούθησε η ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Ο Φερνάντο ντε Ρίος, υπουγρός Παιδείας στη νέα κυβέρνηση και στενός φίλος του Λόρκα, ανέθεσε στον Ισπανό ποιητή και δραματουργό να ολοκληρώσει μαζί με τον Εδουάρδο Ουγάρτε έναν περιοδεύοντα φοιτητικό θίασο, ένα είδος Άρματος Θέσπιδος, για να παρουσιάσει και να γνωρίσει σ’ όλη τη χώρα τα δραματικά αριστουργήματα της ισπανικής παράδοσης. Ο θίασος, με την επωνυμία Η Μπαρράκα και με τον ενθουσιασμό των συντελεστών του, άρχισε να περιοδεύει με μεγάλη επιτυχία σε πάμπολλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ισπανίας, παρουσιάζοντας έργα του Θερβάντες, του Λόπε ντε Βέγα, του Καλδερόν, του Τίρσο ντε Μολίνα, και πολλών άλλων παλιών και νεώτερων. Η Μπαρράκακράτησε κάπου δυο χρόνια, όσο περίπου και η δημοκρατική κυβέρνηση. Αλλά ο Λόρκα, σα σκηνοθέτης πια, σχημάτισε ένα θίασο με παλιούς και νέους ηθοποιούς και ταξίδεψε για λίγο καιρό στην Αργεντινή, όπου παρουσίασε διάφορα έργα του ισπανικού ρεπερτορίου. Ανάμεσά τους και το δικό του Ματωμένο γάμομε πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Καταλανή ηθοποιό Μαργαρίτα Ξίργου, τη γυναίκα που μετά την άνοδο του Φράγκο στην εξουσία διάλεξε για καινούργια πατρίδα της την Αργεντινή, όπου έζησε ως τα βαθιά της γεράματα χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει στην Ισπανία. Στα 1935 ο Λόρκα δημιούργησε το γνωστό ελεγείο για το φίλο του ποιητή και ταυρομάχο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας, που σκοτώθηκε από τον ταύρο στην αρένα. Και στις αρχές του 1936 διάβασε σ’ ένα στενό κύκλο φίλων του το τελευταίο θεατρικό του έργο Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμα, που δεν πρόφτασε να το δει να παίζεται στη σκηνή.

Έτσι σε γενικές γραμμές είχαν τα πράγματα και έτσι προχωρούσε η ζωή όταν τον Ιούλιο του 1936, τα σύννεφα στον ισπανικό ουρανό έγιναν πυκνότερα. Το χάσμα ανάμεσα στις εθνικιστικές δυνάμεις και στις δυνάμεις της νέας κυβέρνησης του «λαϊκού μετώπου», που είχε εκλεγεί στις αρχές του χρόνου, ήταν αδύνατο να γεφυρωθεί πια. Πολλές φρουρές επαναστάτησαν, άλλες άρχισαν να παραδίδουν τον οπλισμό τους και αρκετές αντιστάθηκαν. Ο εμφύλιος σπαραγμός της Ισπανίας είχε κιόλας αρχίσει σαν γενική δοκιμή για τον επερχόμενο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η Ισπανική Φάλαγγα, η οργάνωση που είχε ιδρύσει ο Πρίμο ντε Ριβέρα κατά το πρότυπο των φασιστικών ταγμάτων του Μουσολίνι και που τώρα βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Φράνκο, τρομοκρατούσε τη χώρα και ήταν παντοδύναμη. Ο Λόρκα εκείνο τον καιρό βρισκόταν στη Μαδρίτη κι ετοιμαζόταν όπως κάθε καλοκαίρι να κατέβει στη Γρανάδα για να δει τους δικούς του και να ξαναζήσει λίγες μέρες στα γνώριμα πατρικά του χώματα. Οι φίλοι του στη Μαδρίτη, ξέροντας πόσο επικίνδυνη ήταν η Γρανάδα, όπου βασίλευε ο φανατισμός και η τρομοκρατία, τον συμβούλεψαν και μάλιστα τον πίεσαν να μην κάνει αυτό το ταξίδι και να μείνει στην πρωτεύουσα. Αλλά εκείνος δεν τους άκουσε. Γιατί, παρά τον ατίθασο χαρακτήρα και τις ελεύθερες ιδέες του, δεν είχε ποτέ ανακατευτεί στην πολιτική και ο φανατισμός για τη μία ή την άλλη παράταξη ήταν κάτι ξένο για την ιδιοσυγκρασία του και τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Δεν είχε υποπτευθεί ότι στις εποχές της μισαλλοδοξίας και της εξάρτησης οι άνθρωποι δεν ανέχονται την ελευθερία του άλλου και δεν παραδέχονται ότι μπορεί κάποιος να μην ανήκει σε κανένα στρατόπεδο. Έτσι, ξεκίνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου βρήκε τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ όσο περίμενε. Μια θανάσιμη απειλή κρεμόταν πάνω από την πόλη και η Φάλαγγα κρατούσε τις πρωτοβουλίες δικές της. Έντρομος ο κόσμος μάθαινε κάθε μέρα για απαγωγές και εκτελέσεις αθώων πολιτών, που είχαν την ατυχία ή να είναι αριστεροί ή ν’ ανήκουν στη δημοκρατική παράταξη. Ο Λόρκα τότε μόνο κατάλαβε τον μεγάλο κίνδυνο, αλλά ήταν αργά πια για να προσπαθήσει να φύγει. Θα ήταν σαν να ομολογούσε μια ανύπαρκτη ενοχή, ποιος ξέρει με ποιες συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Στο μεταξύ, έξω από το σπίτι του περίεργα πρόσωπα παρακολουθούσαν την κάθε κίνηση και κανείς δεν ήξερε τι γυρεύανε. Τότε ο πατέρας του κι όλη μαζί η οικογένεια σκέφτηκαν ότι το πιο σίγουρο καταφύγιο για τον γιο τους ήταν το σπίτι της φιλικής οικογένειας των Ροσάλες που είχαν δεσμούς με τη Φάλαγγα και μεγάλη κοινωνική και πολιτική ισχύ. Μάλιστα ο Λουίς Ροσάλες, ποιητής ο ίδιος και σπουδαίος θαυμαστής του Λόρκα, που είναι σήμερα γνωστός Ισπανός συγγραφέας και μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, εγγυήθηκε με προσωπική του ευθύνη την ασφάλεια του ποιητή στο σπίτι του. Έτσι, ένα μεσημέρι ο Φεδερίκο και ο νεότερος στην ηλικία Λουίς πέρασαν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και φτάσανε στο σπίτι των Ροσάλες, όπου όλοι υποδέχτηκαν τον φιλοξενούμενο σαν παιδί τους. Οι φαλαγγίτες παρακολουθούσαν τα πάντα, αλλά δεν μπορούσαν να επέμβουν φανερά, γιατί οι Ροσάλες είχαν δύναμη και επιρροή. Καιροφυλακτούσαν όμως περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Και η κατάλληλη στιγμή ήρθε κάποια μέρα που οι άντρες έλειπαν και στο σπίτι είχαν μείνει οι γυναίκες και ο ποιητής. Αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες των γυναικών, οι άνθρωποι της Φάλαγγας όρμησαν στο σπίτι και κυριολεκτικά άρπαξαν τον Φεδερίκο με τη δικαιολογία ότι θα τον πήγαιναν για ανάκριση και θα τον ξανάφερναν αργότερα. Όταν γύρισαν οι Ροσάλες στο σπίτι και έμαθαν από τις κάτωχρες γυναίκες τα γεγονότα, κατάλαβαν τον τρομερό κίνδυνο και εξαπολύθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να προλάβουν το κακό. Αλλά παντού οι υπεύθυνοι δήλωναν άγνοια. Ούτε η αστυνομία, ούτε η πολιτοφυλακή, ούτε η Φάλαγγα, ούτε καμιά άλλη αρχή μπορούσαν να δώσουν πληροφορίες. Κανείς δεν ήξερε ή έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Οι φίλοι και προστάτες του Λόρκα κατάλαβαν τότε καθαρά ότι κάποιοι που κινούσαν τα νήματα πίσω από τα ηλίθια εκτελεστικά όργανα είχαν αποφασίσει να εξοντώσουν τον προκλητικό και ανορθόδοξο Ανδαλουσιανό ποιητή, που είχε πολλές φορές στο παρελθόν κρίνει και επικρίνει την απολιθωμένη και φαρισαϊκή τότε κοινωνία της Γρανάδα.

Όπως εξακριβώθηκε αργότερα, οι φαλαγγίτες, όταν πήραν τον Λόρκα από το σπίτι των Ροσάλες, φρόντισαν να τον απομακρύνουν αμέσως από την πόλη για να μην μπορέσει να τον βοηθήσει κανείς. Τον τράβηξαν σε μια ερημιά κοντά στο χωριό Βιθνάρ και τον έκλεισαν σ’ έναν παλιό νερόμυλο, που σήμερα δεν υπάρχει και που τότε τον είχαν μετατρέψει σε κρατητήριο. Εκεί, αφού τον κράτησαν δυο τρεις μέρες μαζί με άλλους προγραμμένους που τους έπαιρναν και τους εκτελούσαν κατά ομάδες, ήρθε κάποια ώρα και η δική του σειρά. Κι ένα αυγουστιάτικο πρωινό, προτού η μέρα χαράξει, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την εκτέλεση του άντρα της αδερφής του, που ήταν εκλεγμένος δημοκρατικός δήμαρχος της Γρανάδα, τον πήραν μαζί με έναν κουτσό δάσκαλο και το ανήλικο παιδί του, και σε μικρή απόσταση από τον νερόμυλο, τους πυροβόλησαν και τους τρεις πισώπλατα και τους σώριασαν νεκρούς στη μέση του δρόμου. Όπως είπαν αργότερα οι φονιάδες, φλυαρώντας μεθυσμένοι σε μια ταβέρνα της Γρανάδα, δεν προχώρησαν ως το καθορισμένο σημείο, γιατί είχαν κουραστεί από τις πολλές εκτελέσεις εκείνη την ημέρα και δεν άντεχαν να περπατήσουν περισσότερο. Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο αναβράζον νερό, που σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο και που οι Ισπανοί την ονομάζουν «Φουέντε Γκράντε», δηλαδή Μεγάλη ενώ οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν «Αϊναδαμάρ», δηλαδή Πηγή των Δακρύων.

Νίκος Γκάτσος, από τον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θέατρο και ποίηση, μτφρ. Νίκος Γκάτσος, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1990.

 

Από αριστερά: Salvador Dali, Jose Moreno, Villa, Luis Bunuel, Lorca, Jose Antonio, EL PAIS

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ένας από τους λίγους αυθεντικούς ποιητές του αιώνας μας, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1898 στο μικρό χωριό της Ανδαλουσίας Φουέντε Βακέρος, κάπου δεκαοχτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Γρανάδας. Ο πατέρας του, άνθρωπος με φιλελεύθερες αρχές, είταν πλούσιος κτηματίας της περιοχής που, όταν η πρώτη του γυναίκα πέθανε άτεκνη, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη νεαρή αλλά γνωστική και καλλιεργημένη δασκάλα του χωριού, κόρη μιας φτωχής οικογένειας από τη Γρανάδα. Απόκτησε μαζί της πέντε παιδιά με πρωτότοκο τον Φεδερίκο. Έτσι ο κατοπινός ποιητής, εκτός από ένα μικρό διάστημα που για λόγους υγείας υποχρεώθηκε να συνεχίσει το σχολείο του στην Αλμερία, έζησε τα παιδικά του χρόνια στον εύφορο κάμπο της Γρανάδας, το σταυροδρόμι τόσων φυλών, με τα γραφικά χωριά και τους παράξενους θρύλους, με τους τσιγγάνους και τους αυτοσχέδιους μουσικούς, με αμαρτωλούς έρωτες και τα βίαια πάθη, μ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ευαισθησία του μικρού ανδαλουσιάνου και σφράγισαν για πάντα τον χαρακτήρα και την υφή του έργου του.

Όταν ο Φεδερίκο έγινε έντεκα χρονών, ο πατέρας του αποφάσισε ν’ αφήσει τον κάμπο και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στη Γρανάδα για μια καλύτερη ζωή, όπως έλεγε. Εκεί ο γιος του, μετά τις εγκύκλιες σπουδές, γράφτηκε στη Φιλοσοφική και στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου απ’ όπου, μερικά χρόνια αργότερα, κατόρθωσε να πάρει το δίπλωμα που φυσικά δεν τον ενδιέφερε. Τον ενδιέφερε μόνο η ποίηση και οι πρώτες του προσπάθειες να γράψει θέατρο που το θεωρούσε ύψιστη μορφή ποίησης αφού, όπως έλεγε, «το θέατρο παίρνει τα λόγια από το άψυχο χαρτί και τα μεταμορφώνει ζωντανή ανθρώπινη έκφραση». Και, όσο κι αν η σκέψη του είταν πάντα δεμένη με τις αναμνήσεις του κάμπου και του πατρικού του χωριού, στην πρωτεύουσα άνοιξαν καινούργιοι ορίζοντες για τη φαντασία του. Γνωρίστηκε με τους νέους συγγραφείς και καλλιτέχνες της ισπανικής πόλης και, έχοντας αρχίσει από χρόνια να σπουδάζει μουσική, ήρθε σ’ επαφή με τους ανθρώπους του ρυθμού και της μελωδίας, ιδιαίτερα με τον διάσημο Μανουέλ ντε Φάλια, που κατοικούσε τότε στη Γρανάδα και που η διαφορά της ηλικίας δε στάθηκε εμπόδια να γίνουν στενοί φίλοι και αργότερα συνεργάτες. Στο μεταξύ ο πατέρας του αγόρασε στην άκρη της πόλης ένα μεγάλο σπίτι με θαυμάσιο κήπο που το προόριζε για θερινή κατοικία της οικογένειας. Από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια αυτού του σπιτιού φαινόταν κάτω χαμηλά ο απέραντος κάμπος της Γρανάδας και στην αντίθετη μεριά η Σιέρρα Νεβάδα με τις χιονισμένες κορφές, που έφερναν από μακριά μια ανάσα της Μεσογείου κι από το βάθος τα’ ουρανού μια υποψία της Αφρικής. Σ’ αυτό το σπίτι, και τότε και αργότερα, ο Λόρκα έγραψε πολλά από τα ωραιότερα ποιήματά του. Εκεί ολοκλήρωσε της Τσιγγάνικες Πσραλογές(Romancero Gitano) στην οριστική τους μορφή κι εκεί τελείωσε πολλά από τα γνωστά θεατρικά του έργα.

Αλλά η Γρανάδα είταν πια μικρή για να χωρέσει κάποιον που η φήμη του είχε αρχίζει ν’ απλώνεται σ’ ολόκληρη την Ισπανία. Έτσι, ο ποιητής έφυγε ακόμη μια φορά για τη Μαδρίτη, όπου με το πρόσχημα πάντοτε των σπουδών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Εστία της Ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί γνώρισε κι έγινε φίλος με τους περισσότερους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και καλλιτέχνες της νέας γενιάς (της λεγόμενης γενιάς του ’27), όπως είταν ο Δάμασο Αλόνσο, ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Χόρχε Γιλιέν, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Χεράρδο Διέγκο, και πολλοί άλλοι. Είταν μια περίοδος εξαιρετικά δημιουργική για τους νέους πνευματικούς ανθρώπους της Ισπανίας, γεμάτη ζωντάνια και πρόκληση για καινούργιες αξίες και κατακτήσεις.

Στα 1929 ο Λόρκα αποφάσισε να πραγματοποιήσει το μεγάλο ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες που τα μελετούσε από καιρό. Πέρασε πρώτα από τη Γαλλία και κατόπι από την Αγγλία, όπου πήρε το πλοίο για την υπερατλαντική του περιπέτεια. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες είταν ακόμα κάτι το άγνωστο. Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη είδε πως η ζωή εκεί δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη ζωή στην Ισπανία. Ωστόσο του χάρισε καινούργια κίνητρα και συγκινήσεις, όπως φαίνεται καις το έργο του Ποιητής στη Νέα Υόρκη, που δείχνει μια άλλη πτυχή του ταλέντου του και περιλαμβάνει μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματα. Οι άλλες του δραστηριότητες στην ήπειρο του παλιού θαλασσοπόρου συμπατριώτη του δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Μερικές γνωριμίες, μερικές διαλέξεις, ένα φεγγάρι στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κι ένα σύντομο ταξίδι στην Κούβα, που του θύμισε την Ανδαλουσία και τον ενθουσίασε.

Όταν έπειτα από ενάμισι χρόνο ξαναγύρισε στην Ισπανία, κάτι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει στην πολιτική ζωή του τόπου. Την πτώση του Πρίμο ντε Ριβέρα και τη φυγή του βασιλιά Αλφόνσου ακολούθησε η ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Ο Φερνάντο ντε Ρίος, υπουγρός Παιδείας στη νέα κυβέρνηση και στενός φίλος του Λόρκα, ανέθεσε στον Ισπανό ποιητή και δραματουργό να ολοκληρώσει μαζί με τον Εδουάρδο Ουγάρτε έναν περιοδεύοντα φοιτητικό θίασο, ένα είδος Άρματος Θέσπιδος, για να παρουσιάσει και να γνωρίσει σ’ όλη τη χώρα τα δραματικά αριστουργήματα της ισπανικής παράδοσης. Ο θίασος, με την επωνυμία Η Μπαρράκα και με τον ενθουσιασμό των συντελεστών του, άρχισε να περιοδεύει με μεγάλη επιτυχία σε πάμπολλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ισπανίας, παρουσιάζοντας έργα του Θερβάντες, του Λόπε ντε Βέγα, του Καλδερόν, του Τίρσο ντε Μολίνα, και πολλών άλλων παλιών και νεώτερων. Η Μπαρράκακράτησε κάπου δυο χρόνια, όσο περίπου και η δημοκρατική κυβέρνηση. Αλλά ο Λόρκα, σα σκηνοθέτης πια, σχημάτισε ένα θίασο με παλιούς και νέους ηθοποιούς και ταξίδεψε για λίγο καιρό στην Αργεντινή, όπου παρουσίασε διάφορα έργα του ισπανικού ρεπερτορίου. Ανάμεσά τους και το δικό του Ματωμένο γάμομε πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Καταλανή ηθοποιό Μαργαρίτα Ξίργου, τη γυναίκα που μετά την άνοδο του Φράγκο στην εξουσία διάλεξε για καινούργια πατρίδα της την Αργεντινή, όπου έζησε ως τα βαθιά της γεράματα χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει στην Ισπανία. Στα 1935 ο Λόρκα δημιούργησε το γνωστό ελεγείο για το φίλο του ποιητή και ταυρομάχο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας, που σκοτώθηκε από τον ταύρο στην αρένα. Και στις αρχές του 1936 διάβασε σ’ ένα στενό κύκλο φίλων του το τελευταίο θεατρικό του έργο Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμα, που δεν πρόφτασε να το δει να παίζεται στη σκηνή.

Έτσι σε γενικές γραμμές είχαν τα πράγματα και έτσι προχωρούσε η ζωή όταν τον Ιούλιο του 1936, τα σύννεφα στον ισπανικό ουρανό έγιναν πυκνότερα. Το χάσμα ανάμεσα στις εθνικιστικές δυνάμεις και στις δυνάμεις της νέας κυβέρνησης του «λαϊκού μετώπου», που είχε εκλεγεί στις αρχές του χρόνου, ήταν αδύνατο να γεφυρωθεί πια. Πολλές φρουρές επαναστάτησαν, άλλες άρχισαν να παραδίδουν τον οπλισμό τους και αρκετές αντιστάθηκαν. Ο εμφύλιος σπαραγμός της Ισπανίας είχε κιόλας αρχίσει σαν γενική δοκιμή για τον επερχόμενο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η Ισπανική Φάλαγγα, η οργάνωση που είχε ιδρύσει ο Πρίμο ντε Ριβέρα κατά το πρότυπο των φασιστικών ταγμάτων του Μουσολίνι και που τώρα βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Φράνκο, τρομοκρατούσε τη χώρα και ήταν παντοδύναμη. Ο Λόρκα εκείνο τον καιρό βρισκόταν στη Μαδρίτη κι ετοιμαζόταν όπως κάθε καλοκαίρι να κατέβει στη Γρανάδα για να δει τους δικούς του και να ξαναζήσει λίγες μέρες στα γνώριμα πατρικά του χώματα. Οι φίλοι του στη Μαδρίτη, ξέροντας πόσο επικίνδυνη ήταν η Γρανάδα, όπου βασίλευε ο φανατισμός και η τρομοκρατία, τον συμβούλεψαν και μάλιστα τον πίεσαν να μην κάνει αυτό το ταξίδι και να μείνει στην πρωτεύουσα. Αλλά εκείνος δεν τους άκουσε. Γιατί, παρά τον ατίθασο χαρακτήρα και τις ελεύθερες ιδέες του, δεν είχε ποτέ ανακατευτεί στην πολιτική και ο φανατισμός για τη μία ή την άλλη παράταξη ήταν κάτι ξένο για την ιδιοσυγκρασία του και τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Δεν είχε υποπτευθεί ότι στις εποχές της μισαλλοδοξίας και της εξάρτησης οι άνθρωποι δεν ανέχονται την ελευθερία του άλλου και δεν παραδέχονται ότι μπορεί κάποιος να μην ανήκει σε κανένα στρατόπεδο. Έτσι, ξεκίνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου βρήκε τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ όσο περίμενε. Μια θανάσιμη απειλή κρεμόταν πάνω από την πόλη και η Φάλαγγα κρατούσε τις πρωτοβουλίες δικές της. Έντρομος ο κόσμος μάθαινε κάθε μέρα για απαγωγές και εκτελέσεις αθώων πολιτών, που είχαν την ατυχία ή να είναι αριστεροί ή ν’ ανήκουν στη δημοκρατική παράταξη. Ο Λόρκα τότε μόνο κατάλαβε τον μεγάλο κίνδυνο, αλλά ήταν αργά πια για να προσπαθήσει να φύγει. Θα ήταν σαν να ομολογούσε μια ανύπαρκτη ενοχή, ποιος ξέρει με ποιες συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Στο μεταξύ, έξω από το σπίτι του περίεργα πρόσωπα παρακολουθούσαν την κάθε κίνηση και κανείς δεν ήξερε τι γυρεύανε. Τότε ο πατέρας του κι όλη μαζί η οικογένεια σκέφτηκαν ότι το πιο σίγουρο καταφύγιο για τον γιο τους ήταν το σπίτι της φιλικής οικογένειας των Ροσάλες που είχαν δεσμούς με τη Φάλαγγα και μεγάλη κοινωνική και πολιτική ισχύ. Μάλιστα ο Λουίς Ροσάλες, ποιητής ο ίδιος και σπουδαίος θαυμαστής του Λόρκα, που είναι σήμερα γνωστός Ισπανός συγγραφέας και μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, εγγυήθηκε με προσωπική του ευθύνη την ασφάλεια του ποιητή στο σπίτι του. Έτσι, ένα μεσημέρι ο Φεδερίκο και ο νεότερος στην ηλικία Λουίς πέρασαν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και φτάσανε στο σπίτι των Ροσάλες, όπου όλοι υποδέχτηκαν τον φιλοξενούμενο σαν παιδί τους. Οι φαλαγγίτες παρακολουθούσαν τα πάντα, αλλά δεν μπορούσαν να επέμβουν φανερά, γιατί οι Ροσάλες είχαν δύναμη και επιρροή. Καιροφυλακτούσαν όμως περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Και η κατάλληλη στιγμή ήρθε κάποια μέρα που οι άντρες έλειπαν και στο σπίτι είχαν μείνει οι γυναίκες και ο ποιητής. Αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες των γυναικών, οι άνθρωποι της Φάλαγγας όρμησαν στο σπίτι και κυριολεκτικά άρπαξαν τον Φεδερίκο με τη δικαιολογία ότι θα τον πήγαιναν για ανάκριση και θα τον ξανάφερναν αργότερα. Όταν γύρισαν οι Ροσάλες στο σπίτι και έμαθαν από τις κάτωχρες γυναίκες τα γεγονότα, κατάλαβαν τον τρομερό κίνδυνο και εξαπολύθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να προλάβουν το κακό. Αλλά παντού οι υπεύθυνοι δήλωναν άγνοια. Ούτε η αστυνομία, ούτε η πολιτοφυλακή, ούτε η Φάλαγγα, ούτε καμιά άλλη αρχή μπορούσαν να δώσουν πληροφορίες. Κανείς δεν ήξερε ή έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Οι φίλοι και προστάτες του Λόρκα κατάλαβαν τότε καθαρά ότι κάποιοι που κινούσαν τα νήματα πίσω από τα ηλίθια εκτελεστικά όργανα είχαν αποφασίσει να εξοντώσουν τον προκλητικό και ανορθόδοξο Ανδαλουσιανό ποιητή, που είχε πολλές φορές στο παρελθόν κρίνει και επικρίνει την απολιθωμένη και φαρισαϊκή τότε κοινωνία της Γρανάδα.

Όπως εξακριβώθηκε αργότερα, οι φαλαγγίτες, όταν πήραν τον Λόρκα από το σπίτι των Ροσάλες, φρόντισαν να τον απομακρύνουν αμέσως από την πόλη για να μην μπορέσει να τον βοηθήσει κανείς. Τον τράβηξαν σε μια ερημιά κοντά στο χωριό Βιθνάρ και τον έκλεισαν σ’ έναν παλιό νερόμυλο, που σήμερα δεν υπάρχει και που τότε τον είχαν μετατρέψει σε κρατητήριο. Εκεί, αφού τον κράτησαν δυο τρεις μέρες μαζί με άλλους προγραμμένους που τους έπαιρναν και τους εκτελούσαν κατά ομάδες, ήρθε κάποια ώρα και η δική του σειρά. Κι ένα αυγουστιάτικο πρωινό, προτού η μέρα χαράξει, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την εκτέλεση του άντρα της αδερφής του, που ήταν εκλεγμένος δημοκρατικός δήμαρχος της Γρανάδα, τον πήραν μαζί με έναν κουτσό δάσκαλο και το ανήλικο παιδί του, και σε μικρή απόσταση από τον νερόμυλο, τους πυροβόλησαν και τους τρεις πισώπλατα και τους σώριασαν νεκρούς στη μέση του δρόμου. Όπως είπαν αργότερα οι φονιάδες, φλυαρώντας μεθυσμένοι σε μια ταβέρνα της Γρανάδα, δεν προχώρησαν ως το καθορισμένο σημείο, γιατί είχαν κουραστεί από τις πολλές εκτελέσεις εκείνη την ημέρα και δεν άντεχαν να περπατήσουν περισσότερο. Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο αναβράζον νερό, που σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο και που οι Ισπανοί την ονομάζουν «Φουέντε Γκράντε», δηλαδή Μεγάλη ενώ οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν «Αϊναδαμάρ», δηλαδή Πηγή των Δακρύων.

Νίκος Γκάτσος, από τον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θέατρο και ποίηση, μτφρ. Νίκος Γκάτσος, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1990.

 

Από αριστερά: Salvador Dali, Jose Moreno, Villa, Luis Bunuel, Lorca, Jose Antonio, EL PAIS

(πηγή: dimartblog)