Αλέξης Χριστόπουλος
Facebooktwittergoogle_plus

Τον Σεπτέμβρη του 2015 τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισαν να μην ”δραπετεύσουν” στη σιγουριά μιας ανέξοδης αλλά άγονης αντιπολίτευσης. Αποφάσισαν να μην επιβεβαιώσουν το σενάριο της ”αριστερής παρένθεσης” και να μην παραδώσουν τη χώρα στα χέρια των δυνάμεων που την είχαν οδηγήσει στο χείλος του γκρεμού. Για να το κάνουν αυτό γνώριζαν ότι θα χρειαστεί να διαχειριστούν πολιτικές που δεν τους εκφράζουν, να πάρουν αποφάσεις δύσκολες, έξω από τις ιστορικές διαδρομές της Αριστεράς, ακόμα και αντίθετες με το αξιακό μας φορτίο. Η σκληρή αυτή απόφαση τέθηκε με ειλικρίνεια στην κρίση του λαού μας και επικυρώθηκε απ’ αυτόν στην εκλογική νίκη του Σεπτεμβρίου. Κι από εκεί ακριβώς άρχισαν για όλους μας τα πολύ δύσκολα. Γιατί μέχρι τότε είχαν δημιουργηθεί πολλές προσδοκίες, είχαν καλλιεργηθεί πολλές αυταπάτες, είχε υποτιμηθεί η υπεροπλία των αντίπαλων δυνάμεων κ.λπ. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του είχαν μπροστά τους έναν απίθανο όγκο προβλημάτων που απαιτούσαν λύσεις. Ταυτόχρονα είχαν απέναντί τους τις απαιτήσεις των δανειστών που πολλές φορές διατυπωνόντουσαν με τον κυνισμό του επικυρίαρχου, ενώ την ίδια στιγμή το θεσμικό πλαίσιο της χώρας ήταν ανεπαρκές και διάτρητο, οι κρατικοί μηχανισμοί εχθρικά διακείμενοι και όλες σχεδόν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του. Αυτή ακριβώς ήταν η κατάσταση πριν δύο χρόνια και σήμερα μπορούμε πλέον να κάνουμε έναν πρώτο απολογισμό συνδέοντας τα πεπραγμένα με τις μέρες που έρχονται.

– Στα δυο αυτά χρόνια κλείσαμε με αφάνταστες δυσκολίες δυο αξιολογήσεις και πραγματοποιήσαμε την πρώτη έξοδο στις αγορές με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Είναι γεγονός ότι αναγκασθήκαμε να πάρουμε και σκληρά μέτρα, κυρίως φορολογικά προκειμένου να κερδίσουμε τον χώρο και τον χρόνο που χρειαζόμαστε για να προφυλάξουμε τον λαό μας και ειδικά τα ευάλωτα τμήματά του από χειρότερες ”λύσεις” και να ολοκληρώσουμε το πολιτικό μας σχέδιο εξόδου από την μνημονιακή εποχή, με την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Υλοποιήσαμε σε ικανοποιητικό βαθμό το παράλληλο πρόγραμμα προσφέροντας π.χ. δωρεάν περίθαλψη στους ανασφάλιστους, μοιράζοντας το κοινωνικό μέρισμα στους χαμηλοσυνταξιούχους, καθιερώνοντας τα κοινωνικά τιμολόγια, το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, τις 120 δόσεις κ.λπ. Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν δυναμικές παρεμβάσεις στο θεσμικό πλαίσιο όπως ο νόμος για τα ΜΜΕ, ο αναπτυξιακός νόμος, ο νόμος για την παιδεία, το πλήθος των παρεμβάσεών μας στην υγεία, ο νόμος για τους διεμφυλικούς συμπολίτες μας, η δημιουργία του ΕΦΚΑ, η ψήφιση του νόμου για την απλή αναλογική, η έναρξη διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση κ.λπ. Ακυρώσαμε στην πράξη την ”αριστερή παρένθεση” και αποδείξαμε ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες δεν εγκλωβιζόμαστε σε μια απλή διαχείριση των προβλημάτων αλλά τα αντιμετωπίζουμε με λογικές υπέρβασης που μας φέρνει πιο κοντά στους πολιτικούς μας στόχους. Είναι νομίζω εμφανές ότι η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία αποτελεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη για την πολιτική ζωή του τόπου αλλά και ένα σαφέστατο αριστερό υπόδειγμα αμφισβήτησης στις ασκούμενες πολιτικές το οποίο αφορά όλη την Ευρώπη και ήδη αξιοποιείται από τις προοδευτικές δυνάμεις της Ε.Ε. Με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία η Αριστερά πέρασε στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής, διέλυσε κατασκευασμένους μύθους, αναγνώρισε ταυτόχρονα τις δυνατότητές της αλλά και τις αδυναμίες της στο πλαίσιο της συντελούμενης παγκοσμιοποίησης. Η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία και η διάψευση της ”αριστερής παρένθεσης” φέρνει τη Ν.Δ. αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της, μεγαλώνει τις εξαρτήσεις της με τα κέντρα της διαπλοκής και των μεγάλων συμφερόντων, την αναγκάζει να υιοθετεί την ατζέντα της Ακροδεξιάς και να επιστρέφει σε εμφυλιοπολεμικές μεθόδους και τακτικές (ελπίζουμε πρόσκαιρα). Και είναι ακριβώς αυτό που πρέπει όλοι μας να αξιολογούμε όταν στο όνομα των αξιών μας ζητάμε λύσεις ”εδώ και τώρα” υποτιμώντας τους δυσμενείς συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και την προστιθέμενη αξία της διατήρησης της αριστεράς στην εξουσία με όλα όσα προσφέρει άμεσα και μακροπρόθεσμα στη διαμόρφωση των πολιτικών εξελίξεων της χώρας και στη συλλογική μνήμη του λαού μας. Πρέπει κάποτε να αντιληφθούμε ότι ο τρόπος που κερδίσαμε την κυβερνητική εξουσία, το τοπίο επί του οποίου ασκούμε πολιτικές, οι συμμαχίες που έχουμε ορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα όρια των πολιτικών μας επιλογών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το προσφυγικό. Στις πολιτικές που ακολουθούμε και στα μέτρα που παίρνουμε υπάρχουν σίγουρα λάθη και παραλείψεις. Πολύ σωστά επισημαίνονται αρκεί ταυτόχρονα να παίρνουμε υπ’ όψιν μας ότι η Ελλάδα της φτώχειας, των μνημονίων και της ανθρωπιστικής κρίσης, των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων και υποαπασχολούμενων διαχειρίζεται (ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ)το τεράστιο αυτό ζήτημα και φιλοξενεί ήδη περισσότερους από 60.000 ανθρώπους. Την ίδια στιγμή στα απέναντι παράλια υπάρχουν άλλα 3.500.000, ενώ οι ροές προς την χώρα μας έχουν αρχίσει να αυξάνονται και τα βόρεια σύνορά μας έχουν σφραγιστεί. Στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Προσπαθούμε να τηρήσουμε τη συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας και να αποφύγουμε τα χειρότερα. Προσπαθούμε να προστατεύσουμε, ακόμα και πάνω από τις δυνατότητές μας, όλους εκείνους που χρειάζονται τη βοήθειά μας. Οι κάτοικοι των νησιών και της ενδοχώρας απέδειξαν όλα αυτά τα χρόνια ότι ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη παραμένουν ζωντανές αξίες στη χειμαζόμενη ελληνική κοινωνία. Κι αυτό σ’ έναν πολύ μεγάλο βαθμό οφείλεται στην γεμάτη αυταπάρνηση προσφορά των μελών του κόμματός μας και των διαφόρων συλλογικοτήτων αλλά και στην κυβέρνησή μας, στις πολιτικές της και στα μηνύματα που εξέπεμψε προς την κοινωνία.

– Αρχίζοντας η τρίτη αξιολόγηση η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν, μπορούμε πλέον να κοιτάξουμε με περισσότερη αισιοδοξία το μέλλον. Το καλοκαίρι του 2018 η χώρα βγαίνει από την μνημονιακή εποχή και η επιτήρηση θα έχει διαφορετικά και πιο ήπια χαρακτηριστικά. Μέχρι τότε κόμμα και κυβέρνηση οφείλουν να ολοκληρώσουν το εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης αξιοποιώντας τα περιφερειακά συνέδρια μέσα από τα οποία απορρίπτεται ουσιαστικά το χρεωκοπημένο συγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης και υιοθετείται ένα αποκεντρωμένο και συμμετοχικό μοντέλο με αξιοποίηση των περιφερειακών δυνατοτήτων της χώρας και άμβλυνση περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων. Τα συμπεράσματα από τα πέντε συνέδρια που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί είναι ιδιαίτερα θετικά. Έχουν προκαλέσει μια πρωτοφανή κοινωνική μόχλευση, ανέδειξαν την αγωνία των τοπικών κοινωνιών για το μέλλον του τόπου και εμπεριέχουν έντονα χαρακτηριστικά λαϊκής διαβούλευσης. Είναι βεβαίως σαφές ότι αυτό το πολιτικό κεφάλαιο που συγκεντρώνεται πρέπει να αξιοποιηθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό, να μην παραμείνουμε στις διαπιστώσεις αλλά να περάσουμε με ταχείς ρυθμούς στην ολοκλήρωση ενός ολιστικού σχεδίου αντιμετώπισης και επίλυσης.

– Μπαίνουμε λοιπόν σε μια νέα φάση με ορίζοντα το καλοκαίρι του 2018 και την έξοδο από τα μνημόνια. Ας σχεδιάσουμε με προσοχή, σύνεση αλλά και αποφασιστικότητα την επόμενη μέρα. Γρήγορα αλλά όχι βιαστικά. Τολμηρά αλλά όχι επιπόλαια. Ας αναδιοργανώσουμε το κόμμα μας σε αντιστοίχηση με τις νέες συνθήκες. Να εμβαθύνουμε και να επιλύσουμε προβλήματα σε βάθος χρόνου και όχι με εμβαλωματικές λογικές. Η Αριστερά οφείλει να συγκρουσθεί όχι μόνο με τους αντιπάλους της. Κυρίως με τις παθογένειες που αυτοί δημιούργησαν και εξέθρεψαν οριζόντια στην ελληνική κοινωνία, αλλά ίσως και με τον εαυτό της. Ας αναζητήσουμε κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες στα ζωντανά και δημιουργικά κομμάτια της κοινωνίας, χωρίς λογικές ηγεμονισμού αλλά με τη σιγουριά που μας δίνουν όχι μόνο οι ιδέες μας αλλά και ο πολιτικός μας σχεδιασμός. Μπορούμε και πρέπει να αποδείξουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, η δική μας σύγχρονη και ριζοσπαστική Αριστερά είναι η ζωογόνα πολιτική δύναμη της ελληνικής κοινωνίας που κανένας πλέον δεν μπορεί να αγνοήσει. Ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον.

*Ο Αλέξης Χριστόπουλος είναι μέλος της Π.Γ.

ΥΓ.: Υπάρχει ένα ”ενοχλητικό” ζήτημα κομματικής λειτουργίας και το θέτω με την ιδιότητα του μέλους της Π.Γ. πολύ συνοπτικά και λιτά. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η δημοσιοποίηση των συζητήσεων στην Π.Γ. Πολύ δε περισσότερο όταν δεν συνοδεύεται από ονόματα και ανάληψη ευθύνης. Δεν επεκτείνομαι αλλά πιστεύω ότι στο όργανο πρέπει να τεθούν τα όρια, όχι φυσικά του διαλόγου αλλά της δημόσιας εκφοράς λόγου για τον καθένα μας.

avgi.gr