Της Τζένης Τσουπαροπούλου
Facebooktwittergoogle_plus

Σαν σήμερα έφυγε απο την ζωή ο Νίκος Καζαντζάκης

26 Οκτωβρίου 1957 έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καζαντζάκης. Στον τάφο του, που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του Ηρακλείου Κρήτης, στην πόλη που γεννήθηκε, πάνω στα ενετικά τείχη στον προμαχώνα Μαρτινένγκο και όπως εκείνος το θέλησε χαράχτηκε η επιγραφή «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος». Και το σημείο που βρίσκεται ο τάφος του ήταν επιλογή του καθώς η Εκκλησία τον είχε αφορίσει μετά τη τη δεκαετία του ’50 όταν ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ήδη καταξιωμένος συγγραφέας με παγκόσμια αναγνώριση. Πολεμήθηκε σκληρά από την εκκλησία, και τα έργα του «ο Τελευταίος Πειρασμός», «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Καπετάν Μιχάλης», έγιναν αφορμή ώστε η ιερά σύνοδος με έγγραφό της, να ζητήσει από την κυβέρνηση την απαγόρευσή τους. «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή». Η απάντηση του Νίκου Καζαντζάκη στην εκκλησία που ήθελε να τον αφορίσει. Γιατί ο Μητροπολίτης Καντιώτης απειλούσε ότι θα εμποδίσει την κηδεία του.

Μια αστραπή η ζωή μας, μα προλαβαίνουμε!

Στον αντίποδα βέβαια της εκκλησίας, ο Νίκος Καζαντζάκης αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος. Υπήρξε επίσης φιλόσοφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου πήρε και το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με Άριστα. Δάσκαλοί του κατά τον ίδιο ήταν ο Όμηρος, ο Δάντης και ο Μπεργκσόν. Το 1919 διορίστηκε από τον Βενιζέλο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιθάλψεως, υπεύθυνος για τους πρόσφυγες από τον Καύκασο.

Τεράστιο το συγγραφικό του έργο: Οδύσεια, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο καπετάν Μιχάλης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο τελευταίος πειρασμός, Ασκητική, Αναφορά στον Γκρέκο.

Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου πήρε και το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με Άριστα. Μάλιστα το πτυχίο του το υπογράφει ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς. Θεωρούσε δασκάλους του τον Όμηρο, τον Δάντη, τον Μπεργκσόν.

Το 1919 διορίστηκε από τον Βενιζέλο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιθάλψεως, υπεύθυνος για τους πρόσφυγες από τον Καύκασο.

Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.

Το έργο του σκοτεινό, ανθρωποκεντρικό και περιστρεφόμενο γύρω από αέναους προβληματισμούς για τη ζωή. Δύσκολο, μυστήριο και δυσκολονόητο. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ζωής του αλλά και μετά θάνατον ήταν μια δύσκολη στην κατανόηση προσωπικότητα με αναμφισβήτητη ωστόσο σοφία.

Μιλάει για τον κακομοίρη άνθρωπο, για τη δύναμη της ψυχής, για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, τον κόσμο και την πατρίδα. Μιλάει τη ζωή και ζει τη ζωή. Διδάσκει αποκωδικοποιεί, ενεργεί και αγωνίζεται. Να καταλάβει και να γνωρίσει. Να παρέμβει και να επέμβει.

Ό,τι επιθυμείς να το φωνάζεις δυνατά, αγρίμι να γίνεσαι. Δεν ταιριάζει με τη μετριότητα η λαχτάρα.

Επίσης, Οκτώβριο, του 1925 ξεκινάει μια μεγάλη περίοδο ταξιδιών σε όλο τον κόσμο. Νάξος, Σοβιετική Ένωση, Ισπανία, Παρίσι, Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Τσεχοσλοβακία, Κύπρος… Με πυρετώδη ρυθμούς γράφει και ταξιδεύει. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να αντέξει τον θάνατο των γονιών του.

Σημειώνει ο ίδιος ότι το ταξίδι και η δημιουργία στάθηκαν οι δύο μεγαλύτερες χαρές της ζωής του.

Στα ταξιδιωτικά του λογοτεχνικά έργα μας αποκαλύπτει τη ψυχή του κάθε τόπου και αναπλάθει τον κόσμο μεταφέροντάς μας στην ουσία της εικόνας.

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Γεμάτο από φιλοσοφικά ερωτήματα το έργο του, και ένα από τα πιο στοχαστικά και εσωτερικά και το πιο μεταφρασμένο του η Ασκητική, που ξεκίνησε τη συγγραφή το 1922 όπως αναφέρει σε επιστολή του στη πρώτη του γυναίκα τη Γαλάτεια. Στην επιστολή του αναφέρει: «Γράφω τώρα την Ασκητική, ένα βιβλίο mytique, όπου διαγράφω τη μέθοδο να ανέβει η ψυχή από κύκλο σε κύκλο ώσπου να φτάσει στην ανώτατη Επαφή. Είναι πέντε κύκλοι: Εγώ, ανθρωπότητα, Γης, Σύμπαντο, Θεός.(…) Το γράφω επίτηδες χωρίς ποίηση, με στεγνή επιταχτική φόρμα.»

Salvatores dei

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·

β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ’ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Από πού ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Τί νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.

Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.

Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοί και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκουμαι ανάμεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνητα μέσα στον ίλιγγο και λέω:

Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής· δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! Βιάζουμαι!

Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αιωνιότητα, το κάθε σημείο — θες έντομο, θες άστρο, θες Ιδέα· γίνεται χορός.

Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμες μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!

Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους· καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.

To 1957, o Νίκος Καζαντζάκης έδωσε στη γαλλική τηλεόραση τη τελευταία του συνέντευξη, στις 22 Μαΐου, λίγους μήνες πριν το θάνατό του.