Facebooktwittergoogle_plus

Συνέντευξη Δημ. Παπαδημούλη στο ευρωπαϊκό δίκτυο ενημέρωσης «European Interest»

Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για τα ευρωπαϊκά θέματα παραχώρησε στο «European Interest» ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης.

Για την άνοδο της ακροδεξιάς, ο Δημήτρης Παπαδημούλης σημείωσε ότι «είναι ιδιαίτερα ανησυχητική γιατί συνδυάζεται με τη διάβρωση των δεξιών ιδεών και τη συντηρητική στροφή της παραδοσιακής Χριστιανοδημοκρατίας», προσθέτοντας πως «έχω την εντύπωση ότι υπάρχει υπόγεια κινητικότητα ήδη στο παρασκήνιο, έτσι ώστε ό,τι έχει ήδη γίνει στην Αυστρία, η κυβερνητική συνεργασία δηλαδή μεταξύ της άκρας δεξιάς και των συντηρητικών, να ζυμωθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Για την υποψηφιότητα του Μάνφρεντ Βέμπερ, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τόνισε ότι «ήταν υποστηρικτής του Grexit, έχει από καιρό εκφράσει τη θέση του για την εκδίωξη της Ελλάδας από τη συνθήκη του Σένγκεν, έχει κάνει δηλώσεις εναντίον των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και είναι επομένως σύμβολο μιας δεξιάς στροφής του ΕΛΚ», υπογραμμίζοντας πως «το ΕΛΚ με αυτόν ως υποψήφιο θα καταγράψει χαμηλότερα ποσοστά σε σχέση με το 2014 και δεν βλέπω ότι θα είναι εύκολο να σχηματιστεί πλειοψηφία ικανή να του δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».

Για την ατζέντα των ευρωεκλογών, σημείωσε ότι «η πρόκληση είναι να συζητήσουμε τι πρέπει να αλλάξει στην Ευρώπη, ώστε να γίνει το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πιο ελκυστικό για τους πολίτες», δηλώνοντας πως «οι τρεις προοδευτικές πολιτικές οικογένειες – η Αριστερά, οι Σοσιαλιστές και οι Πράσινοι – παρά τις διαφορές τους, πρέπει να διατυπώσουν ένα κοινό σχέδιο προοδευτικής αλλαγής στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενάντια στην άκρα δεξιά και τη συνταγή της αιώνιας λιτότητας, που ενσαρκώνει το νεοφιλελεύθερο δόγμα».

Για τα ζητήματα διαφθοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε πως «υπάρχουν ήδη νεκροί δημοσιογράφοι που ερευνούν ζητήματα διαφθοράς σε χώρες της ΕΕ» και πως «έχουμε μια τεράστια φοροδιαφυγή που αποκαλύπτεται από τα Panama Papers, έχουμε το σκάνδαλο Cum-Ex, το οποίο κοστίζει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ στα δημόσια ταμεία». Σημείωσε επίσης πως «είναι λυπηρό ότι μερικές δεκάδες δημοσιογράφοι ανακαλύπτουν πράγματα, που δεν μπορούν να ανακαλύψουν οι ακριβοπληρωμένοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί, που υποτίθεται ότι υπάρχουν για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος».

Για το μεταναστευτικό ζήτημα, δήλωσε πως «το φαινόμενο των προσφύγων θα συνεχιστεί και χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή απάντηση», προσθέτοντας ότι «είναι αδιανόητο μια ενωμένη Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων πολιτών να μην μπορεί να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων, όταν στην Τουρκία, στην Ιορδανία και στον Λίβανο υπάρχουν 6,5 εκατομμύρια πρόσφυγες που ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα».

Τέλος, για την εσωτερική πολιτική κατάσταση και τις εκλογές του 2019, ο Δημήτρης Παπαδημούλης υπογράμμισε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ πιθανό να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, όσο βελτιώνουμε την αποτελεσματικότητά μας στην επίτευξη των στόχων που έχουμε θέσει», και πως «αυτή η τετραετής διακυβέρνηση, παρά τις αδυναμίες και τα λάθη, δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει έρθει για να μείνει κι είναι τώρα στρατηγικά καθιερωμένος, ως ο ισχυρότερος πόλος στον ευρύτερο αριστερό και προοδευτικό χώρο».

 Link δημοσίευσης: https://bit.ly/2Se0Us7

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη στα ελληνικά:

Η εκλογική επιτυχία των ακροδεξιών κομμάτων σε ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι σήμερα ένα δημοφιλές θέμα συζήτησης. Σας ανησυχεί η άνοδος της ακροδεξιάς;

Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι ιδιαίτερα ανησυχητική γιατί συνδυάζεται με τη διάβρωση των δεξιών ιδεών και τη συντηρητική στροφή της παραδοσιακής Χριστιανοδημοκρατίας. Δεν είναι μόνο η συγκυριακή άνοδος των Σαλβίνι και Λεπέν, αλλά και η σταδιακή «ορμπανοποίηση» του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ). Κι αυτό, επειδή στο εσωτερικό του ΕΛΚ, ο Ορμπάν δεν είναι πλέον απομονωμένος και γραφικός, αλλά έχει μαζί του και τον Σεμπάστιαν Κουρτς. Και ο Ορμπάν, δυστυχώς, μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον πρόεδρο της ΝΔ, αποτελεί έναν από τους πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές της υποψηφιότητας του Μάνφρεντ Βέμπερ για την προεδρία της Κομισιόν. Επομένως, αυτό που με ανησυχεί και αυτό που πρέπει να αναγκάσει τις προοδευτικές δυνάμεις να επιταχύνουν τις πρωτοβουλίες τους είναι ο συνδυασμός της ανοδικής δυναμικής της ακροδεξιάς και της δεξιάς στροφής του ΕΛΚ.

Έχω την εντύπωση ότι υπάρχει υπόγεια κινητικότητα ήδη στο παρασκήνιο, έτσι ώστε ό,τι έχει ήδη γίνει στην Αυστρία, η κυβερνητική συνεργασία δηλαδή μεταξύ της άκρας δεξιάς και των συντηρητικών, να ζυμωθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ο Μάνφρεντ Βέμπερ  είναι ο επίσημος υποψήφιος του ΕΛΚ για την προεδρία της Κομισιόν. Θεωρείτε ότι η εκλογή του είναι βέβαιη, δεδομένης της πλειοψηφίας που θα έχει και πάλι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο;

Ο Μάνφρεντ Βέμπερ δεν έχει καμία σχέση με τον Γιούνκερ. Ο Βέμπερ είναι πολύ πιο δεξιός πολιτικός, όχι μόνο σε σύγκριση με τον Γιούνκερ, αλλά και με την Μέρκελ. Ήταν υποστηρικτής του Grexit, έχει από καιρό εκφράσει τη θέση του για την εκδίωξη της Ελλάδας από τη συνθήκη του Σένγκεν, έχει κάνει δηλώσεις εναντίον των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και είναι επομένως σύμβολο μιας δεξιάς στροφής του ΕΛΚ. Νομίζω ότι το ΕΛΚ με αυτόν ως υποψήφιο θα καταγράψει χαμηλότερα ποσοστά σε σχέση με το 2014 και δεν βλέπω ότι θα είναι εύκολο να σχηματιστεί πλειοψηφία ικανή να του δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αλλά επειδή στην πολιτική πρέπει να προβλέπουμε και να προλαμβάνουμε, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να επιταχυνθούν οι ήδη υπάρχουσες πρωτοβουλίες, ώστε οι τρεις προοδευτικές πολιτικές οικογένειες – η Αριστερά, οι Σοσιαλιστές και οι Πράσινοι – παρά τις διαφορές τους, να διατυπώσουν ένα κοινό σχέδιο προοδευτικής αλλαγής στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενάντια στην άκρα δεξιά και τη συνταγή της αιώνιας λιτότητας που ενσαρκώνει το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Ο χρόνος που παραμένει μέχρι τις ευρωπαϊκές εκλογές δεν είναι πολύς, αλλά νομίζω ότι αυτές οι τρεις πολιτικές οικογένειες πρέπει να επιδιώξουν τον ισχυρότερο δυνατό συμβιβασμό μεταξύ τους, αφού μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές θα έχουν αλλάξει τα πάντα: νέος Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, νέος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, νέος Πρόεδρος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, νέος Ανώτατος Εκπρόσωπος για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και λίγο αργότερα νέος Πρόεδρος της ΕΚΤ.

Όσο πιο αποτελεσματική είναι η σύγκλιση των ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων, τόσο ευκολότερο θα είναι να αποφευχθεί η απειλή του κακού σεναρίου της δεξιάς συνύπαρξης με την άκρα δεξιά, διότι αυτό θα οδηγούσε την ΕΕ στη διάλυση.

Ποια πιστεύετε ότι θα είναι τα ζητήματα της προεκλογικής εκστρατείας, που θα κυριαρχήσουν στις ευρωεκλογές;

Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Ευρώπη καθυστέρησε, ανέβαλε ή δεν κατάφερε να δώσει λύσεις στα ζητήματα που προέκυψαν κατά την κρίση του 2008. Ο αργός ρυθμός και η στασιμότητα στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ενοποίησης, η εμβάθυνση της ΟΝΕ, η ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας, η έλλειψη πολιτικής συνοχής. Η Ευρώπη δεν κατάφερε να δώσει μια ευρωπαϊκή λύση στην κρίση των προσφύγων και είναι προφανές ότι η ΕΕ φοβάται να εφαρμόσει αυτά που οι ευρωπαϊκές συνθήκες προβλέπουν, ενάντια στην ανταρσία του Ορμπάν ή του Κατσίνσκι, που επιθυμούν μια «α λα καρτ» Ευρώπη και δεν εφαρμόζουν αποφάσεις που έχουν ήδη υπογραφεί.

Η πρόκληση είναι να συζητήσουμε τι πρέπει να αλλάξει στην Ευρώπη, ώστε να γίνει το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πιο ελκυστικό για τους πολίτες. Αλλά φοβάμαι πολύ ότι αυτό δεν θα συμβεί και θα έχουμε ευρωεκλογές που θα βασίζονται στην εθνική ατζέντα, με πολλα fake news και με ένα εμπόριο φόβου στο οποίο οι ακροδεξιές δυνάμεις και η υπερ-συντηρητική πτέρυγα του ΕΛΚ θα διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο.

Εάν συμβεί αυτό, οι συσχετισμοί μετά τις εκλογές θα είναι χειρότεροι. Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί αυτό είναι να παρουσιάσουμε ρεαλιστικές, αλλά συγχρόνως συγκεκριμένες και τολμηρές ιδέες, όσο επιθυμούμε τη δημιουργία ενός προοδευτικού μετώπου. Και για να γίνει αυτό, πρέπει και οι τρεις προοδευτικές πολιτικές οικογένειες να συμφωνήσουν.

Μία από τις τρεις οικογένειες, οι Σοσιαλιστές, φαίνεται να βρίσκεται σε παρακμή. Πώς το εξηγείτε αυτό;

Η Σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο απότομης συρρίκνωσης και για αυτό πρέπει να ξαναβρεί τις ρίζες της και να γίνει πιο ριζοσπαστική. Η μακρά συνύπαρξή της με τη δεξιά και η υποταγή της στις νεοφιλελεύθερες ιδέες έχει αποβεί μοιραία.

Η Αριστερά πρέπει να διατυπώσει ένα σαφέστερο και συνεκτικότερο σχέδιο για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για μια πιο δημοκρατική και κοινωνική Ευρώπη. Πρέπει να εργαστεί πιο τολμηρά με το τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας που προσπαθεί να επαναπροσδιοριστεί και να ξεφύγει από την αγκαλιά της δεξιάς. Έχουμε τέτοια παραδείγματα, στην Πορτογαλία με την κυβέρνηση Κόστα και στην Ισπανία, με την κυβέρνηση Σάντσεθ, και επίσης το θετικό παράδειγμα του Κόρμπιν στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ακολουθούν το δρόμο που χαράζει στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό που νομίζω είναι ότι αυτός ο διάλογος θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας νέας φιλοευρωπαϊκής προοδευτικής Αριστεράς. Γύρω από αυτή την ιδέα, δημιουργήσαμε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την «Προοδευτική Συμμαχία» (Progressive Cacucus), η οποία αποτελεί μια πλατφόρμα διαλόγου και κοινής δράσης ευρωβουλευτών από αυτές τις τρεις αυτές πολιτικές οικογένειες. Είμαι ένας από τους συνιδρυτές αυτής της πρωτοβουλίας.

Πιστεύετε ότι το ζήτημα της διαφθοράς θα απασχολήσει την προεκλογική εκστρατεία;

Υπάρχουν ήδη νεκροί δημοσιογράφοι που ερευνούν ζητήματα διαφθοράς σε χώρες της ΕΕ, όπως το τεράστιο σκάνδαλο της δανικής τράπεζας. Και είχαμε και άλλα πράγματα πριν. Έχουμε μια τεράστια φοροδιαφυγή που αποκαλύπτεται από τα Panama Papers, έχουμε το σκάνδαλο Cum-Ex, το οποίο κοστίζει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ στα δημόσια ταμεία, λόγω του γεγονότος ότι εδώ και χρόνια η ευρωπαϊκή ελίτ αρνείται να προχωρήσει στη φορολογική εναρμόνιση και στην ενίσχυση των ελέγχων. Επίσης, ένα σημαντικό ζήτημα διαφθοράς είναι η ουσιαστική αποφυγή των πληρωμών φόρων από τους γίγαντες του διαδικτύου, επειδή η ΕΕ λέει πολλά, αλλά δεν κάνει τίποτα για τη φορολόγηση της διαδικτυακής οικονομίας.

Δίπλα σε αυτό, μπορούμε να προσθέσουμε τη θεσμοθετημένη αδιαφάνεια που επιτρέπει φαινόμενα διαφθοράς. Είναι λυπηρό ότι μερικές δεκάδες δημοσιογράφοι ανακαλύπτουν πράγματα που δεν μπορούν να ανακαλύψουν οι ακριβοπληρωμένοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί που υποτίθεται ότι υπάρχουν για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Πιστεύω λοιπόν ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να διεξαχθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου από τις προοδευτικές δυνάμεις, διότι αν όχι, αυτό το ζήτημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο από αυτούς που παρουσιάζουν την ΕΕ ως κέντρο διαφθοράς και επιθυμούν την επιστροφή των κρατών στις συνταγές του εθνικισμού και του απομονωτισμού.

Σε σχέση με το θέμα της διαφθοράς, υπάρχει επίσης μια μεγάλη συζήτηση για τις αποκαλούμενες «χρυσές βίζες» και την πώληση της ιθαγένειας. Ποιες είναι οι απόψεις σας για αυτό;

Σε αυτό το σημείο, νομίζω, ότι δεν είναι μόνο η ευθύνη των ευρωπαϊκών αρχών, αλλά και των εθνικών αρχών, να βρουν τρόπους για την ενίσχυση των ελέγχων έτσι ώστε χρήσιμα πράγματα όπως οι επενδύσεις σε χώρες που έχουν ανάγκη, να μην γίνονται «δούρειοι ίπποι» για τη διευκόλυνση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της απόκτησης παράνομων διαβατηρίων.

Δεν υποστηρίζω την ιδέα ότι πρέπει να καταργηθούν τα προγράμματα αυτά, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη για καλύτερη και αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών μέσω συχνότερης ανταλλαγής πληροφοριών και εντατικών ελέγχων.

Η μετανάστευση θα παραμείνει σοβαρό ζήτημα για την ΕΕ. Υπάρχουν μεγάλες ανοικτές πύλες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα. Μιλώντας για την Ελλάδα, η κατάσταση στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είναι τραγική και όλοι διαμαρτύρονται, από τις τοπικές κοινότητες μέχρι τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Γιατί νομίζετε ότι έχουμε φτάσει στο σημείο αυτό;

Έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο, διότι η Ευρώπη δεν κατάφερε να διαχειριστεί το πρόβλημα των προσφυγικών ροών. Ακόμα και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, η οποία είναι συντηρητική πολιτικός, πριν λίγες μέρες σε ομιλία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δήλωσε ότι είναι αδιανόητο μια ενωμένη Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων πολιτών να μην μπορεί να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και τη Σύμβαση της Γενεύης, όταν στην Τουρκία, στην Ιορδανία και στο Λίβανο υπάρχουν 6,5 εκατομμύρια πρόσφυγες που ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Νομίζω ότι εκεί αρχίζει το πρόβλημα.

Στην Ελλάδα, κυρίως στην ηπειρωτική χώρα, τα πράγματα κυλούν ομαλά, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο στα νησιά. Υπάρχουν καταστάσεις για τις οποίες κανείς δεν μπορεί να υπερηφανεύεται. Καταβάλλονται επίσης προσπάθειες από τις ελληνικές αρχές και την τοπική αυτοδιοίκηση για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Αλλά αυτό που θεωρώ απαράδεκτο είναι ότι εκείνοι που είναι περισσότερο υπεύθυνοι για αυτό το πρόβλημα και δεν έχουν δεχθεί ούτε έναν πρόσφυγα, δεν έχουν στείλει ούτε ένα ευρώ, ούτε μια κουβέρτα, ασκούν κριτική για τα πραγματικά προβλήματα και τις πραγματικές αδυναμίες στην Ελλάδα.

Όμως όλες οι μελέτες, όχι μόνο της ΕΕ αλλά και του ΟΗΕ, δείχνουν δυστυχώς ότι το φαινόμενο των προσφύγων θα συνεχιστεί και χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή απάντηση. Η ΕΕ πρέπει τελικά να δώσει ευρωπαϊκές απαντήσεις στο ζήτημα των προσφύγων. Και το λέω αυτό γιατί τα τελευταία τρία χρόνια συνέβησαν τα ακριβώς αντίθετα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε ένα θετικό πακέτο για τη μεταρρύθμιση του ασύλου για τους πρόσφυγες, το Δουβλίνο κλπ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε επίσης θετικές τροπολογίες στην πρόταση της Επιτροπής, υποστηρίζοντας αυτή την πρόταση με βελτιώσεις. Και τίποτα δεν συμβαίνει επειδή έχει μπλοκαριστεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από χώρες που αντιδρούν και ακυρώνουν αυτή την προοπτική. Αυτό ξεκίνησε από τις χώρες του Βίσεγκραντ, και μετά η Αυστρία, η Ιταλία, και στη συνέχεια ο Γερμανός υπουργός εσωτερικών ακολούθησαν, και τώρα έχουμε την αυστριακή προεδρία όπου ο καγκελάριος Κουρτς απαλλάσσει την Αυστρία από την υπογραφή του Συμφώνου του ΟΗΕ για τη Μετανάστευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης περιόδου στην Ελλάδα. Μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης, τι πιστεύετε ότι έχει καταφέρει το κόμμα σας;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τα λάθη, τις αδυναμίες, τους δύσκολους και αναγκαστικούς συμβιβασμούς που αναγκάστηκε να κάνει ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 2015, κατόρθωσε να απομακρύνει τη χώρα από τα μνημόνια. Σε λίγες μέρες θα ψηφίσουμε τον πρώτο μετα-μνημονιακό προϋπολογισμό που δεν θα περιλαμβάνει την πρόσθετη περικοπή των συντάξεων και θα έχει μόνο θετικά αντίμετρα που θα δώσουν ανακούφιση σε εκατομμύρια Έλληνες. Η κυβέρνηση μείωσε την ανεργία από 27% σε 19%, κινήθηκε ταχύτερα σε σημαντικές αλλαγές όπως το κτηματολόγιο, τα αγροτεμάχια, οι δασικοί χάρτες, και κάποια αρχική ψηφιοποίηση της οικονομίας και της κρατικής διοίκησης.

Έχουμε βγει από το μνημόνιο, δεν βγήκαμε από την κρίση. Θα χρειαστούν χρόνια για να μπορέσουμε να ανακτήσουμε το βιοτικό επίπεδο που είχαμε πριν από την πτώχευση. Πιστεύω ότι αυτό που πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είναι σημαντικό και για αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Αλέξης Τσίπρας ολοκληρώνει τέσσερα χρόνια στη θέση του Πρωθυπουργού της χώρας.

Το 2019 στην Ελλάδα θα διεξαχθούν αυτοδιοικητικές και εθνικές εκλογές. Οι δημοσκοπήσεις σήμερα δείχνουν σαφές προβάδισμα του συντηρητικού κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Πιστεύετε ότι αυτή η εικόνα μπορεί να αντιστραφεί και πώς;

Αυτή η τετραετής διακυβέρνηση, παρά τις αδυναμίες και τα λάθη, δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει έρθει για να μείνει, είναι τώρα στρατηγικά καθιερωμένος ως ο ισχυρότερος πόλος στον ευρύτερο αριστερό και προοδευτικό χώρο. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα ιστορικά το Κέντρο και η Αριστερά προσελκύουν την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ πιθανό να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, όσο βελτιώνουμε την αποτελεσματικότητά μας στην επίτευξη των στόχων που έχουμε θέσει. Υπάρχουν θέματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερα, όπως η αποτελεσματικότητα στην καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, καθώς και κάποιες ώριμες θεσμικές μεταρρυθμίσεις που είναι υποχρεωτικές για την αντιμετώπιση των παθογενειών που οδήγησαν στην πτώχευση. Το βασικό ζήτημα είναι να αυξηθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, να γίνει πιο φιλική προς όλες τις μορφές επενδύσεων στην Ελλάδα.

Αυτό το στοίχημα μπορεί να κερδηθεί από το ΣΥΡΙΖΑ, σε σύγκριση με τα πολιτικά κόμματα που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία και συνεχίζουν να ελέγχονται για σοβαρές περιπτώσεις διαφθοράς και διασπάθισης δημόσιου χρήματος.