Τζένη Τσουπαροπούλου
Facebooktwittergoogle_plus

Σιμόν Λουσία Ερνεστίν Μαρία Μπερτράν ντε Μποβουάρ.

Γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1908 και είναι μία από τις μεγαλύτερες μορφές του 20ου αιώνα.

Σπούδασε μαθηματικά, λογοτεχνία, ξένες γλώσσες και φιλοσοφία στη Σορβόννη και έγινε «Γυναίκα».

Συγγραφέας, διανοούμενη, ακτιβίστρια, φεμινίστρια, φιλόσοφος, βιογράφος, μυθιστοριογράφος, πολιτική θεωρητικός μα πάνω από όλα «σύντροφος».

Πρωτοπορία, ελευθερία και αγάπη.

Έννοιες ταυτόσημες με το πνεύμα της Σιμόν ντε Μποβουάρ και βεβαίως, λέξεις «γένους θηλυκού».

Μέρες επετειακές, τα social media, κατακλύζονται από τα αποφθέγματά καθώς, ακόμα και σήμερα, το περιεχόμενό των λόγων της και η στάση ζωής της, παραμένουν ιδιαιτέρως προκλητικά και πρωτοποριακά.

Η ζωή της, συνώνυμη της ελευθερίας

Γεννήθηκε στο Παρίσι από πατέρα ευγενή, όπως δηλώνει και το «de» στο όνομά της. Η μητέρα της ήταν καθολική μεγαλοαστικής καταγωγής. Μόνον όταν ενηλικιώθηκε αναθεώρησε τις θρησκευτικές της απόψεις και ενστερνίστηκε τον αθεϊσμό. Με την κατά δύο χρόνια μικρότερη αδελφή της ανέπτυξαν μια βαθειά συντροφική σχέση και φιλία που διήρκησε όλη τους τη ζωή.

Από μικρή ξεχώρισε για την οξυδέρκειά της. Αρίστευσε στη Σορβόννη και ο μόνος συμφοιτητής της που αποφοίτησε με μεγαλύτερο βαθμό από τον δικό της ήταν ο μελλοντικός της σύντροφος ζωής, Ζαν Πωλ Σαρτρ. Ο Σαρτρ, παρόλο που ανάμεσα στους συμφοιτητές της που την πολιορκούσαν, ήταν ο λιγότερο ευπαρουσίαστος, ήταν όμως αυτός που ερωτεύτηκε κυρίως για την ακαταμάχητη δύναμη του πνεύματός του.

Αντισυμβατική σχέση

Η σχέση τους έχει υμνηθεί από πολλούς μοντέρνους διανοητές ως η πιο θερμή και αντισυμβατική σχέση στην ιστορία.

Στη σχέση τους, εφάρμοσαν πρακτικά τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Σαρτρ περί απόλυτης ελευθερίας του ατόμου. Δεν συγκατοίκησαν ποτέ πέρα από σύντομες περιόδους, δεν παντρεύτηκαν και δεν έκαναν παιδιά, ενώ παράλληλα είχαν και πολλές άλλες ερωτικές σχέσεις. Κατά τον Σαρτρ: «ο έρωτας είναι καταδικασμένος σε στέρηση και αυτοκαταστροφή, γιατί από τη φύση του επιθυμεί να κατέχει την ελευθερία κάποιου άλλου, πράγμα αδύνατο».

Παρόλο που δεν έζησαν μαζί και τηρούσαν μια σχέση ανοιχτή, λέγεται ότι ποτέ δεν σταμάτησαν να μοιράζονται μεταξύ τους κάθε λεπτομέρεια της μέρας τους, των ανησυχιών και των σκέψεων τους, με τρομερή επιμονή. Δεν υπήρξε ζήλεια μεταξύ τους, καθώς δεν ενστερνίζονταν την έννοια της «κατάκτησης» αλλά της βαθιάς συντροφικότητας, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον να φθάσουν στην κορυφή.

Μαζί ταξίδεψαν σε όλον τον κόσμο γνωρίζοντας όλες τις μεγάλες προσωπικότητες της εποχής τους. Τον Τσε Γκεβάρα, τον Φιντέλ Κάστρο και αμέτρητους άλλους.

Με την πολιτική άρχισαν να ασχολούνται από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Εκείνη την περίοδο, ο Σαρτρ πιάστηκε αιχμάλωτος και κρατήθηκε για μήνες σε γερμανικό στρατόπεδο μέχρι που απέδρασε για να συναντήσει τη σύντροφό του. Η αλληλογραφία τους εκείνη την περίοδο είναι συνεχής και φλογερή.

Μαζί, το 1945, άρχισαν να εκδίδουν την αριστερή επιθεώρηση «Μοντέρνοι Καιροί» τίτλος ομώνυμος με την γνωστή, μαρξιστική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν. Την δεκαετία του ‘50 αγωνίστηκαν μαζί ενάντια στην αποικιοκρατία και στήριξαν τον αγώνα των Αλγερινών και των Βιετναμέζων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 η ζωή της Σιμόν ντε Μποβουάρ, τέθηκε σε κίνδυνο καθώς υπερασπίστηκε μια Αλγερινή που είχε κακοποιηθεί από τις γαλλικές κατοχικές δυνάμεις. Πρωτοστάτησαν μαζί στις φοιτητικές κινητοποιήσεις τον Μάιο του ΄68.

Αιώνιοι φίλοι

Σε όλη τη διάρκεια των αγώνων της, της δράσης της και της πνευματικής και συγγραφικής δραστηριότητάς της, ο έρωτας δεν σταμάτησε ποτέ να αποτελεί πρωταρχικό κομμάτι της ζωής της. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ ήταν η μούσα του Σαρτρ και για εκείνη ο Σαρτρ αποτελούσε την έμπνευση και την κινητήριο δύναμή της. «Ο μόνος τρόπος για να με πληγώσει ήταν να πεθάνει» είχε πει η Σιμόν ντε Μποβουάρ για τον «Ανθρωπάκο της», όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούσε.

Όταν πέθανε ο Σαρτρ το 1980, η Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραψε το βιβλίο «Αποχαιρετισμός στον Σαρτρ», το οποίο αποτελεί έναν γλυκό και σπαρακτικό αποχαιρετισμό σε έναν αιώνιο φίλο.

Καταβεβλημένη από την μοναξιά, από τότε η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν έγραψε ποτέ τίποτε άλλο και περίμενε στωικά να έρθει και το δικό της τέλος.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Σαρτρ ταίριαζαν απόλυτα στη σκέψη και στον έρωτα. Ο συγγραφέας Ολιβιέ Τοντ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: «Ήταν σαν να σκέφτονταν ταυτοχρόνως, ακόμη και όταν, φαινομενικά, έκαναν λάθος. Έμοιαζαν με αλλόκοτους σκυταλοδρόμους ιδεών, που δεν χρειαζόταν καν να δώσουν ο ένας στον άλλο τη σκυτάλη για να συνεχιστεί ο αγώνας. Συγχρόνιζαν τον βηματισμό τους και ακολουθούσαν ο ένας τον άλλον με έναν τρόπο που δεν είχα ξαναδεί σε ζευγάρι, πουθενά στον κόσμο. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ κατάφερνε μέχρι και να αποτελειώνει τις φράσεις του Σαρτρ και το αντίστροφο…».

Πριν αφήσει τη τελευταία της πνοή έγραψε ότι στη ζωή της είχε μια αδιαμφισβήτητη επιτυχία, τη σχέση της με τον Σαρτρ: «σε περισσότερο από τριάντα χρόνια, μόνο μια φορά πήγαμε για ύπνο τσακωμένοι».

«Η βιολογία και το φύλο δεν αποτελούν πεπρωμένο»

Οι ερωτικές επιστολές της Σιμόν ντε Μποβουάρ είναι γεμάτες συναισθήματα έρωτα και πάθος. Αυτή που κάνει μεγαλύτερη εντύπωση είναι η επιστολή που του έστειλε όταν εκείνη ήταν στο Παρίσι και ο Σαρτρ στην Αμερική.

«Αγάπη μου, μου είχες πει κάποτε ότι μ’ αγαπάς επειδή με κάνεις ευτυχισμένη (ίσως να μην το θυμάσαι, λες τόσα πολλά ανόητα πράγματα) λοιπόν αυτή την στιγμή θα πρέπει να μ’ αγαπάς πολύ, γιατί μ’ έκανες ακόμη πιο ευτυχισμένη. Υπερκέρασες ακόμη και το πόσο δυστυχισμένο έκανα τον εαυτό μου εξ’ αιτίας σου. Σ’ ευχαριστώ, είναι τόσο γλυκό να σ’ αγαπάει κανείς, σήκωσες ένα βάρος από την καρδιά μου και τώρα αρχίζω πάλι να ταξιδεύω προς το μέρος σου αργά αλλά σταθερά. Η σκέψη να νοικιάσουμε ένα εξοχικό σπίτι μ’ αρέσει πάρα πολύ. Θα είμαι τόσο ευγενική και καλή, θα δεις, θα σφουγγαρίζω το πάτωμα, θα σου μαγειρεύω όλα τα γεύματα θα γράφω το βιβλίο σου μαζί με το δικό μου, θα σου κάνω έρωτα δέκα φορές κάθε νύχτα κι άλλες τόσες κάθε μέρα, ακόμη κι αν αισθάνομαι λίγο κουρασμένη. Αγάπη μου… είμαι σίγουρη ότι ποτέ δεν έκανες κάποιον τόσο ευτυχισμένο όσο έκανες εμένα. Μπορείς να είσαι περήφανος. Φαίνεσαι πια τόσο κοντά, αν γυρίσω το κεφάλι μου θα σε δω αναπαυτικά ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου, μισοκοιμισμένο και ζεστό, μου φαίνεται ότι μπορώ όποτε θέλω, να πάω να ξαπλώσω δίπλα σ’ αυτό το ζεστό και δυνατό σώμα. Το λαχταρώ. Αγαπημένε μου, που είναι τόσο γλυκό να σ’ αγαπώ»

Κανείς, διαβάζοντας αυτή την επιστολή, παραξενεύεται και αναζητά τη φεμινιστική χροιά των λόγων της. Ωστόσο, αν κατανοήσουμε τι πραγματικά λέει η Σιμόν ντε Μποβουάρ στο πιο πολυδιαβασμένο, γνωστό και εμβληματικό για το φεμινιστικό κίνημα, βιβλίο της, το «Δεύτερο Φύλο» θα δούμε ότι η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν λέει τίποτα περισσότερο από το ότι οι γυναίκες, πάνω από όλα, πρέπει να αποδεχθούν τη φύση τους. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ στην επιστολή της, χωρίς προκαταλήψεις, δείχνει τον έρωτά της, την αλήθεια της, τις ανασφάλειές και τα πάθη της, αποδέχεται την πολλαπλότητα της και τις αδυναμίες της, τη γυναικεία της φύση στην ολότητά της. Και αυτό αποτελεί τη γυναικεία της γοητεία.

Έτσι, στο πιο επαναστατικό και γνωστό έργο της, το «Δεύτερο φύλο», ως υπαρξίστρια η Σιμόν ντε Μπoβουάρ αποδέχεται την αρχή πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Επομένως δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνεται. Η ανάλυσή της εστιάζει στην ιδέα του Άλλου. Η κατασκευή της γυναίκας ως το τυπικό παράδειγμα Άλλου είναι για την Μποβουάρ το θεμέλιο της καταπίεσης των γυναικών. Υποστηρίζει ότι μέσω της ιστορίας οι γυναίκες έχουν θεωρηθεί ως παρέκκλιση, η ανωμαλία και αυτή ακριβώς η στάση έχει κρατήσει πίσω τις γυναίκες διατηρώντας την αντίληψη πως αποτελούν οι γυναίκες την παρέκκλιση από το κανονικό. Ότι είναι παρείσακτες που προσπαθούν να εξομοιωθούν με την “κανονικότητα”. Ο φεμινισμός, πρέπει να καταρρίψει την υπόθεση αυτή.

Για την Σιμόν ντε Μποβουάρ «Αν θέλει να ξεχάσει κανείς μπορεί, πρέπει όμως, να θέλει».

Η αλήθεια είναι ότι η Ντε Μποβουάρ δύσκολα θα επιδοκίμαζε ορισμένες από τις επιθετικότερες εκδοχές φεμινιστικής γραφής και πρακτικής. Ο δικός της λόγος, επικεντρωμένος κυρίως στο αίτημα των ίσων ευκαιριών, είναι άνετος, συχνά χαλαρός και, παρά τις ρητορικές και λυρικές εξάρσεις του, βιωματικά οικείος. Ο καθολικός Γαλλικός συντηρητισμός την θεωρούσε «πορνογράφο» και «νυμφομανή». Χαρακτηριστικό είναι ότι το «Δεύτερο Φύλο» βρισκόταν για πολλά χρόνια στη λίστα του Βατικανού με τα απαγορευμένα βιβλία (Index Librorum Prohibitorum». Μέσα από το βιβλίο έκανε μια δυνατή έκκληση για την κατάρριψη εκείνου που αποκαλούσε μύθο του «αιώνιου θηλυκού». Καταρρίφθηκε;