Νάσος Ηλιόπουλος
Facebooktwittergoogle_plus

Ο Νάσος Ηλιόπουλος απαντά στην Καθημερινή για την καταπολέμηση της υποδηλωμένης εργασία και άλλους… «δογματισμούς» της Αριστεράς

Με αυτό το μικρό σημείωμα θα ήθελα να σχολιάσω το κείμενο του κ. Δρυμιώτη που δημοσιεύθηκε στην “Καθημερινή” στις 13.01.2019 (σ.σ.: διαβάστε το εν λόγω άρθρο ΕΔΩ). Είναι αλήθεια ότι το συγκεκριμένο κείμενο έχει στηριχθεί σε αρκετά σημεία σε μία προηγούμενη παρέμβαση της κ. Γιάννναρου. Επιλέγω όμως να σταθώ στο δεύτερο γιατί η ιδιότητα του κ. Δρυμιώτη ως συμβούλου επιχειρήσεων φέρει μια αυξημένη βαρύτητα για κάποιους από τους συλλογισμούς του.

Ο αρθρογράφος επιλέγει την παρέμβαση του υπουργείου εργασίας ενάντια στην υποδηλωμένη εργασία ως παράδειγμα δική μας μη κατανόησης του τρόπου λειτουργίας της αγοράς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στα δύο κείμενα “η υποχρεωτική εκ των προτέρων δήλωση των υπερωριών” συγκροτεί στοιχείο δογματισμού και άγνοιας.

Ας δούμε λοιπόν τι ισχύει. Η νομοθετική παρέμβαση δεν αφορούσε το ζήτημα της εκ των προτέρων δήλωσης των υπερωριών, κάτι που ήδη ίσχυε, αλλά την κατάργηση του χειρόγραφου συστήματος και την αντικατάσταση του από έναν ηλεκτρονικό τρόπο καταγραφής. Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, το σύστημα  με ένα απλό αθεώρητο χειρόγραφο βιβλίο ήταν εν πολύς διάτρητο. Είναι αλήθεια ότι πριν από μερικά χρόνια δύσκολα κάποιος θα φανταζόταν μια περίπτωση όπου η “δογματική αριστερά” θα υποστήριζε την ψηφιακή διακυβέρνηση και ο κόσμος των επιχειρήσεων θα πάλευε για να διατηρήσει χειρόγραφα και ξεπερασμένα συστήματα, από ότι φαίνεται όμως η ζωή δεν σταματά να μας εκπλήσσει.

Η άγνοια του κ. Δρυμιώτη είναι ακόμα μεγαλύτερη σε τεχνικά ζητήματα. Αγνοεί ότι με παρεμβάσεις στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ όπως το ψηφιακό ωράριο, τη δήλωση μέσω sms ή με την σύνδεση του συστήματος με μηχανισμό κάρτας εργασίας όλα τα τεχνικά προβλήματα ξεπερνιούνται.

Ας μιλήσουμε όμως και για την ουσία, δηλαδή για τον χρόνο εργασίας. Η πολιτική που υλοποιήθηκε στην χώρα την περίοδο 2010-2014 είχε ως βασικό της στοιχείο την υποτίμηση της εργασίας. Η δημιουργία ενός απορυθμισμένου εργασιακού πλαισίου υποτίθεται ότι θα συνέβαλε στην οικονομική ανάκαμψη. Στοιχείο αυτής της αντίληψης αποτέλεσε και η έκρηξη της αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας. Την ολοκληρωτική αποτυχία αυτού του σχεδίου την ζήσαμε.

Είναι αλήθεια ότι όταν προχωρήσαμε στην νομοθετική παρέμβαση για την ηλεκτρονική καταγραφή των υπερωριών η αντίδραση των εργοδοτικών οργανώσεων και ειδικά του ΣΕΒ ήταν πολύ ισχυρή. Αυτή η αντίδραση δεν μπορούσε να εξηγηθεί με βάση τα επίσημα στοιχεία, τα οποία έδειχναν ότι η δήλωση υπερωριών ήταν ένα πολύ έκτακτο και μειοψηφικό φαινόμενο. Ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι εργασία που δεν δηλώνεται δεν μπορεί να πληρωθεί. Ο χρόνος εργασίας όμως δεν είναι μόνο ζήτημα μισθού. Πολλές φορές ειδικά σε βιομηχανικές δραστηριότητες τα εργατικά ατυχήματα συνδέονται άμεσα με την παραβίαση του χρόνου εργασίας.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία, για όλο το 2016 σε κάθε τραπεζοϋπάλληλο αντιστοιχούσαν 2 ώρες υπερωριακής απασχόληση, ενώ στον κλάδο της εστίασης, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούσαν μόλις 15 λεπτά. Από τις 4.000 ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, μόνο οι 62 δήλωσαν ότι χρειάστηκαν έστω και μία ώρα υπερωρίας μέσα σε ένα χρόνο. Αυτή ήταν λοιπόν η εικόνα την χρονιά πριν την νομοθέτηση του μέτρου.

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο, όμως, σε συνδυασμό με τους αυστηρούς ελέγχους, έφερε μια ουσιαστική αλλαγή. Το τελευταίο τετράμηνο του 2017, 6.716 επιχειρήσεις είχαν δηλώσει έστω και μια ώρα υπερωριακή απασχόληση για 177.852 εργαζόμενους. Το αντίστοιχο διάστημα του 2018 δήλωσαν 15.898 επιχειρήσεις για 371.567 εργαζόμενους.  Αποτέλεσμα: Διπλασιασμός (και κάτι παραπάνω) των δηλώσεων σε απόλυτο αριθμό.

Νομίζω ότι κάθε καλοπροαίρετος παρατηρητής αντιλαμβάνεται ότι αυτή η αύξηση δεν δικαιολογείται με στενά οικονομικούς όρους. Αν δούμε περιπτώσεις συγκεκριμένων κλάδων οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους: Στην εστίαση δηλώσαν υπερωριακή απασχόληση 98 επιχειρήσεις για 707 εργαζόμενους το τελευταίο τετράμηνο του 2017, ενώ για την ίδια περίοδο φέτος 852 για 11.361 εργαζόμενους.

Η παρέμβαση του κ. Δρυμίωτη χαρακτηρίζεται από άγνοια, τόσο νομικών όσο και τεχνικών ζητημάτων και ολοκληρωτική έλλειψη τεκμηρίωσης. Αποτελεί ουσιαστικά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδεοληπτικού λόγου: “εγώ θα σας πω πως δουλεύει η αγορά”, δηλώνει ο συνομιλητής μας. Ο μαγικός κόσμος της ελεύθερης αγοράς δεν θα αφήσει την πραγματικότητα να του χαλάσει μια ωραία ιστορία.

Υπάρχει όμως και κάτι πιο ανησυχητικό. Μέσα στα λογικά του άλματα, ο κ. Δρυμιώτης φτάνει στο σημείο να θεωρήσει την παρέμβαση της κυβέρνησης στα ζητήματα του χρόνου εργασίας ως στοιχείο ολοκληρωτισμού. Με βάση αυτή την σύνδεση έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι θα είναι πολύ χαρούμενος με την παρέμβαση της Ουγγρικής κυβέρνησης για την δυνατότητα αύξησης των επιτρεπόμενων υπερωριών στις 400 ώρες τον χρόνο, που μπορούν μάλιστα να πληρωθούν σε βάθος τριετίας. Δεν προκαλεί έκπληξη αυτή η στάση. Ο “γάμος” του νεοφιλελευθερισμού με τον αυταρχισμό και την λαϊκιστική άκρα δεξιά προχωράει με γρήγορους ρυθμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ακριβώς για αυτό τον λόγο σήμερα η υπεράσπιση της εργασίας και μέσω αυτής η αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων αποτελεί και ζήτημα δημοκρατίας.