Πρόδρομος Θεοδουλίδης*
Facebooktwittergoogle_plus

Η τουρκική τακτική πρόκλησης της χώρα μας, πριν και κατά τη διάρκεια επίσημων συνομιλιών, είναι συνήθης και σε σημαντικό βαθμό προβλέψιμη, πια. Συνδυάζεται με την ανάλογη επίδειξη δύναμης, ελέω ένδειας ρεαλιστικών επιχειρημάτων. Παρεκκλίνει δε, από κάθε έννοια τήρησης των κανόνων διεθνούς δικαίου. Υπό αυτούς τους όρους, όσο κι αν προσμένει η τουρκική διπλωματία, την Ελλάδα υποβαθμισμένη, προσερχόμενη στο τραπέζι του διαλόγου, τόσο αντίστροφα αποτελέσματα κατορθώνει να μετρά, τα οποία την εκθέτουν, ανεπανόρθωτα.

Το Δεκέμβρη του 2017, της επίσκεψης του Τούρκου προέδρου στην Αθήνα, προηγήθηκε η περιβόητη συνέντευξη στον ΣΚΑΪ, κατά την οποία αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα, ενώ καλλιεργήθηκε η προοπτική αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης, ακόμη και στο επίπεδο της επίσημης συζήτησης. Απαντήθηκε όμως, ευθέως και ψύχραιμα τόσο από τον Πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα, όσο και από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο.   

Η λελογισμένη ελληνική στάση του 2017 επένδυσε στην ύφεση των αιχμηρών σημείων. Αντιστοίχως και στην Άγκυρα προτάχθηκε η θετική ατζέντα στις σχέσεις των δύο χωρών και η ανάγκη αποκλιμάκωσης με τη συζήτηση μέτρων οικοδόμησης της εμπιστοσύνης, της συνεργασίας και της ειρήνης.

Παρόλο που, το θέμα των 8 Τούρκων αξιωματικών που κατηγορούνται από το καθεστώς Ερντογάν ως πραξικοπηματίες, δεν βρέθηκε ψηλά στην ατζέντα των συζητήσεων, εντούτοις  η επικήρυξή τους, τη μέρα μετάβασης του Έλληνα πρωθυπουργού στην Άγκυρα, αρκεί και μόνο για να κατανοηθεί που θα είχαν οδηγηθεί οι σχέσεις των δύο χωρών, αν το Δεκέμβρη του 2017, ο Αλ. Τσίπρας ακολουθούσε το μονόδρομο της έντασης και των απειλών του Τούρκου Προέδρου, όπως ζητούσε η αξιωματική αντιπολίτευση.  

Πιθανότατα, κάτι τέτοιο να εύχονταν, η τουρκική διπλωματία ώστε να παρασυρθεί η ελληνική πλευρά σε μία κλιμάκωση της οξύτητας και εν τέλει γενίκευση του αρνητικού κλίματος. Απεναντίας, ο πρωθυπουργός και τότε και τώρα, δεν κατέφυγε σε αυτόν τον παραλογισμό, επέλεξε με σοβαρότητα και στιβαρότητα να δηλώσει τον απόλυτο σεβασμό του, στο διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις των δικαστικών αρχών. Το ίδιο έκανε και με τη ρητή του αναφορά στις τουρκικές παραβιάσεις εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και τα επικίνδυνα περιστατικά στο Αιγαίο.

Κατά αυτόν τον τρόπο, η μεθοδολογία του Τ. Ερντογάν αφοπλίζεται από οποιοδήποτε πολιτικό ή νομικό έρεισμα επί της «δικαίου» προθέσεώς της, ως προς τα συμφέροντα του τουρκικού κράτους και λαού. Διότι η πράξη επικήρυξης αυτή, καθαυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, την ώρα που η ελληνική πολιτεία έχει χορηγήσει στους «8», καθεστώς διεθνούς προστασίας πρόσφυγα, όπως προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης.

Υπενθυμίζεται ότι, για έναν εξ αυτών έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που επικυρώνει την πράξη χορήγησης πολιτικού ασύλου, ενώ αναμένεται ανάλογη δικαστική κατάληξη και για τους υπόλοιπους «7». Παράλληλα, υφίσταται και η αμετάκλητη απόφαση απόρριψης του Αρείου Πάγου, της αίτησης έκδοσής τους στην Τουρκία, καθώς μια δίκαιη δίκη θεωρείται ως υπόθεση, παντελώς ανέφικτη. Απόφαση που βασίζεται, όχι μόνο στο εσωτερικό μας δίκαιο αλλά και στο διεθνές, όπως και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του Ανθρώπου.

Συνεπώς, θα μπορούσε οποιοσδήποτε να παρατηρήσει πως, η επικήρυξή τους συνιστά εκ μέρους της Τουρκίας, τόσο το μη σεβασμό των αποφάσεων της ελληνικής δικαιοσύνης, οι οποίες βασίζονται στο εθνικό, διεθνές αλλά και στο Ενωσιακό δίκαιο, όσο και την προτροπή σε μη νόμιμες ενέργειες (δηλ. της σύλληψης ή της απαγωγής) εντός ξένου εδάφους, του ελληνικού εν προκειμένω. Στο διπλωματικό κόσμο κάτι τέτοιο, συνεπάγεται την παραβίαση τόσο της αρχής της εδαφικής κυριαρχίας και ακεραιότητας ενός κράτους, όσο και της αρχής απαγόρευσης ανάμειξης στις εσωτερικές του υποθέσεις. Και οι δύο αρχές κατοχυρώνονται από το διεθνές δίκαιο αλλά και τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.

Οι τακτικές αυτές, φανερώνουν τον Τούρκο πρόεδρο κατώτερο των περιστάσεων, αλλά και των προσδοκιών του τουρκικού λαού. Στην περίπτωση που πιθανότατα, λαμβάνουμε το γεγονός, ως ενέργεια αντιπερισπασμού προς όφελος ικανοποίησης άλλων στόχων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, είναι άξιο μονάχα υποβάθμισης στην όλη υπόθεση της διπλωματικής εργασίας.

Συμπερασματικά, ο πρόεδρος Ερντογάν εκτέθηκε εκ νέου στη διεθνή κοινότητα, η οποία τον παρακολουθεί να υποπίπτει σε διαρκή πολιτικά και νομικά παραπτώματα. Nαι μεν «έπαθε» κατά την επίσκεψη της Αθήνας, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε ούτε σε γκρίζες ζώνες, αλλά και ούτε στη Συνθήκη της Λωζάνης, απέδειξε πως δεν «έμαθε», μετά και τη νέα προκλητική του συμπεριφορά.

Ο Αλ. Τσίπρας από την άλλη, παρά τα όσα υποτιμητικά, του καταλογίζει η αξιωματική αντιπολίτευση, όπως ενδοτισμό και συνολική ανεπάρκεια στην εξωτερική πολιτική αποδεικνύεται πολιτικά, πιο αξιωμένος και οξυδερκής με την προτροπή του να μην γίνει αποδεκτή η φαυλότητα της έντασης, ως κισμέτ, αλλά και την προσδοκία του να αποτελέσουν οι δύο λαοί, τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της ειρηνικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. 

*Επικοινωνιολόγος, Πολιτικός Αναλυτής, Μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: https://www.dikastiko.gr/