Του Κώστα Ζαχαριάδη*
Facebooktwittergoogle_plus

Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε να εντείνει τη χρήση ρατσιστικού λόγου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απέναντι σε όλους όσους τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ της Συμφωνίας. Η στοχοποίηση, ο ακραίος ρατσιστικός λόγος και το υβρεολόγιο δεν κατευθύνονταν μόνο κατά βουλευτών, αλλά συνολικά κατά πολιτών. Δυστυχώς κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν καταδίκασε αυτό το φαινόμενο με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο — φαινόμενο το οποίο έχει πλέον λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις σήμερα και συνδέεται με έναν σχεδόν αδιόρατο τρόπο με τη συνεχή παραγωγή ψευδών ειδήσεων. 

Η Συμφωνία των Πρεσπών πέρασε από τη Βουλή, ωστόσο οι απειλές και το διαδικτυακό bullying ήρθαν για να μείνουν. Τέτοια φαινόμενα λεκτικής βίας παρουσιάζουν αύξηση σε παγκόσμια κλίμακα, ειδικά όσο οι κανόνες σεβασμού των προσωπικών δεδομένων δεν τηρούνται επαρκώς ή όταν το ρυθμιστικό πλαίσιο δεν είναι αποτελεσματικό. Τα λεγόμενα τρολ, ψεύτικοι δηλαδή λογαριασμοί στο διαδίκτυο που χωρίς κανένα περιορισμό και χωρίς καμία εποπτεία εντείνουν τον κοινωνικό διχασμό, μπλοκάρουν κάθε περιθώριο διαλόγου και στοχοποιούν άλλους χρήστες, πολλαπλασιάζονται καθημερινά. 

Η σύνδεση ακροδεξιάς ρητορικής, διχαστικού λόγου, στοχοποίησης και fake news είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να μας προβληματίσει. Η πολυπαραγοντική αυτή «εξίσωση» παρατηρήθηκε με μεγάλη έμφαση κατά την προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ και αναπτύχθηκε ορχηστρικά από μια σειρά ιστοσελίδων που στήριζαν τον υποψήφιο τότε πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ. Η λεγόμενη «εναλλακτική δεξιά» (alt-right) πέρασε και στην Ευρώπη, εμφάνισε μεγάλη δυναμική στις εθνικές εκλογές στην Ιταλία, αναπτύσσεται με επιτυχία στην Ουγγαρία του Όρμπαν, ξεδιπλώνεται αποτελεσματικά στην Αυστρία του Κουρτς, και εξαπλώνεται τώρα και σε αλλά κράτη-μέλη της ΕΕ. 

Το φαινόμενο αυτό όμως δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικό ή ευρωπαϊκό. Το είδαμε πως αναπτύχθηκε στη Βραζιλία του Μπολσονάρο, το βλέπουμε στις Φιλιππίνες του Ντουτέρτε, το βλέπουμε ακόμα και στη γείτονα χώρα Τουρκία. Τα μέσα ενημέρωσης και οι πηγές διασποράς ψευδών ειδήσεων αυξάνονται ραγδαία, κάνοντας την Κομισιόν να ασχοληθεί με το θέμα. Υπάρχει όμως τρόπος ελέγχου του φαινομένου, και κατά συνέπεια τρόπος ελέγχου της ακροδεξιάς ρητορικής, χωρίς παράλληλα να μην παραβιάζονται οι αρχές της ελευθερίας του λόγου; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση μόνο εύκολη δεν είναι. 

Ενόψει των ευρωεκλογών, είναι διάχυτη η ανησυχία σε ένα μεγάλο τμήμα του δημοκρατικού και προοδευτικού κόσμου ότι οι ακροδεξιές και λαϊκίστικές δυνάμεις ετοιμάζονται για μια καμπάνια μίσους «made in USA», μιας καμπάνιας δηλαδή που θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: Πρώτον, τον πόλεμο λάσπης απέναντι στον πολιτικό αντίπαλο και την ενοχοποίηση των προσφύγων και μεταναστών για όλα τα δεινά του κοινωνικού κράτους στην ΕΕ. Δεύτερον, την οικειοποίηση και εν τέλει στρέβλωση ενός σημαντικού τμήματος της ρητορικής και του προγραμματικού λόγου της αριστεράς, κυρίως σε ζητήματα που άπτονται της εργασίας και της ασφάλειας. 

Σε αυτό το πλαίσιο, τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη αναμένεται να παίξουν το αντισυστημικό «χαρτί» στις ευρωεκλογές, ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική της λιτότητας και των κοινωνικών ανισοτήτων στην ΕΕ. Και εδώ ακριβώς έρχεται η στρέβλωση για την οποία μιλήσαμε: Τα ακροδεξιά κόμματα σε αγαστή συνεργασία με ένα σημαντικό τμήμα της Χριστιανοδημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος συνιστούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μια μιλούν συλλήβδην για αλλαγή πολιτικών στην ΕΕ, για ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, για ακραία παροχολογικές πολιτικές, για διόγκωση των ελλειμμάτων «υπέρ της πλειοψηφίας και των πολιτών», και την ίδια στιγμή προωθούν πολιτικές ακραίας ανάσχεσης της μετανάστευσης και των προσφυγικών ροών, όπως στην Ιταλία, συνεπικουρούν στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και των εργασιακών δικαιωμάτων, όπως στην Αυστρία, φιμώνουν τον Τύπου και παραβιάζουν διαρκώς τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως στην Ουγγαρία. 

Στη χώρα μας έχουμε παρατηρήσει αυτή την τάση στους κόλπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ηγεσία Μητσοτάκη έχει επιλέξει να δώσει τα «κλειδιά» του κόμματος στην πιο ακραία και λαϊκίστικη πτέρυγα, να υιοθετεί στα εθνικά θέματα, όπως στο Μακεδονικό, την μηδενιστική ρητορική της Χρυσής Αυγής, και στα κοινωνικά και δικαιωματικά ζητήματα να υιοθετεί ακραία συντηρητικές θέσεις, πλήρως αναχρονιστικές και ευθυγραμμισμένες με τις θέσεις της ΕΡΕ της δεκαετίας του 1960.

Μέσα σε αυτό πλαίσιο οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Η κινητοποίηση όλων των δυνάμεων σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι απαραίτητη για την ανάσχεση αυτής της διαλυτικής, για την κοινωνική συνοχή και ειρήνη, πρακτικής των ακραίων πολιτικά δυνάμενων. Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν λειτουργεί μόνο ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυνάμεων της προόδου, που κοιτάνε μπροστά, και της συντήρησης, που κοιτάνε πίσω, αλλά και ως μια σπουδαία ευκαιρία για να ενδυναμωθεί ο διάλογος και η ενημέρωση σε ζητήματα που επί δεκαετίες, είτε τρέφαμε ψευδαισθήσεις, είτε μονοπωλούσε το ενδιαφέρον η ακροδεξιά ρητορική και οι εθνικισμοί, χωρίς να αναπτύσσεται γόνιμος και πλουραλιστικός λόγος. 

Οι πολιτικές και κοινωνικές μάχες που έχουμε μπροστά μας είναι πολλές και μεγάλες, και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μη δουλέψουμε για ένα ευρύ προοδευτικό, αριστερό μέτωπο. Το οφείλουμε στην κοινωνία μας, το οφείλουμε στις νεότερες γενιές.

*Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι Διευθυντής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ

Άρθρο στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα»