Τζένη Τσουπαροπούλου
Facebooktwittergoogle_plus

Στις 4 Απριλίου 1968, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επισκέφθηκε το Τενεσί για να συμπαρασταθεί στον μεγάλο αγώνα των αφροαμερικανών οδοκαθαριστών.

Πριν προλάβει να πάει στην προγραμματισμένη συγκέντρωση, βρέθηκε αιμόφυρτος, στο πάτωμα του ξενοδοχείου, από σφαίρα που δέχτηκε στο σαγόνι του.

«Στην αποψινή συγκέντρωση», είπε στους συντρόφους του, «να παίξετε το “Take my hand, precious Lord” όσο πιο όμορφα μπορείτε».

Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του μεγάλου αγωνιστή, ειρηνιστή, ηγέτη του Αφροαμερικανικού Κινήματος.

Το αγαπημένο gospel τραγούδι του μεγαλύτερου ειρηνιστή, αγωνιστή, οπαδού της δράσης μέσω της παθητικής αντίστασης, ηγέτη του Αφροαμερικανικού Κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων.

«Με πάτησες, Αράπη!»

Όταν ήταν μικρό παιδί, στην Ατλάντα της Τζόρτζια όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, κατά λάθος πάτησε μια γυναίκα, η οποία άρχισε να φωνάζει «με πάτησες αράπη!».

Από μικρός έπεσε θύμα φυλετικών διακρίσεων και ταπεινωτικής συμπεριφοράς. Από τα έξι του χρόνια όπου πήγε δημόσιο σχολείο μόνο για μαύρους, έχασε όλους τους λευκούς φίλους του, αφού πλέον δεν επιτρεπόταν να κάνουν παρέα. Στα λεωφορεία και στα εστιατόρια δεν μπορούσε να κάθεται δίπλα σε λευκούς.

Ήταν άριστος μαθητής. Στο διάσημο γυμνάσιο για μαύρους του Μπούκερ Ουάσιγκτον έδειξε για πρώτη φορά στα 13 του χρόνια, τη ρητορική του δεινότητα και πήρε το βραβείο του σχολείου του στο debate με θέμα «ο Νέγρος και το Σύνταγμα».

Στα 15 του χρόνια στο κολλέγιο Μουρχάους, μακριά από τον Νότο, συνειδητοποιεί και αποκτά τη πίστη ότι μια κοινωνία όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις είναι εφικτή. Έγραφε εντυπωσιασμένος στη μητέρα του εκείνη την εποχή: «Οι νέγροι και οι λευκοί πηγαίνουν στις ίδιες εκκλησίες! Ποτέ δεν είχα σκεφτεί οτι ένα άτομο της φυλής μας, μπορεί να τρώει ελεύθερα όπου θέλει!»

«Το σκοτάδι δεν μπορεί να διώξει το σκοτάδι. Μόνο το φως μπορεί να το κάνει αυτό.

Το μίσος δεν μπορεί να διώξει το μίσος. Μόνο η αγάπη μπορεί να το κάνει αυτo»

Στο πανεπιστήμιο όπου σπούδασε Θεολογία ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με τη φιλοσοφία της μη-βίας του Μαχάτμα Γκάντι την οποία θα χρησιμοποιήσει ως μέσο κοινωνικής αλλαγής. Αργότερα στη ζωή του πήγε ταξίδι στην Ινδία, συναντήθηκε με οπαδούς του Γκάντι και τον πρωθυπουργό Νεντού. Η υποδοχή που δέχθηκε ήταν θριαμβευτική.

«Πάντα είναι ο κατάλληλος χρόνος για να κάνεις αυτό που είναι σωστό»

Και έτσι και έκανε… Σε όλη του τη ζωή συμμετείχε σε αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Από το μποϋκοτάζ των δημόσιων λεωφορείων του Μοντγκόμερι όπου είχαν συλλάβει τη Ρόζα Παρκς (που έλειξε θριαμβευτικά αφού το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ θεώρησε αντισυνταγματικές όλες τις πολιτικές φυλετικού διαχωρισμού) μέχρι τις κινητοποιήσεις και τις διαμαρτυρίες στη Διάσκεψη της Νότιας Χριστιανικής Ηγεσίας. Μιας οργάνωσης που εμψύχωνε πνευματικά και ηθικά τους μαύρους μέσα από τις εκκλησίες, για βελτίωση της ζωής τους, για διεκδίκηση του δικαιώματος ψήφου και λήξης του απαρτχάιντ. Συνελήφθη αμέτρητες φορές, φυλακίστηκε, έφαγε ξύλο, όπως στην εκστρατεία του Μπέρμιγχαμ.

I have a dream…

…αναφώνησε στη μνημειώδη του ομιλία στη Ουάσινγκτον όπου εκπροσωπούσε  την οργάνωσή του στην «Πορεία προς την Ουάσιντκτον για δουλειά και ελευθερία».

Η ομιλία του αυτή, το κύρος του αλλά και κυρίως η φιλειρηνική διάθεση του Μάρτιν Λούθερ τον αναγόρευσαν σε βασικό συνομιλητή των Αμερικανών προέδρων Αϊζενχάουερ, Κένεντι, Τζόνσον για τα θέματα των μειονοτήτων, επίσημο, κατά κάποιο τρόπο, εκπρόσωπο των 22.000.000 μαύρων των Η.Π.Α. Το «Time», τον ανακήρυξε προσωπικότητα της χρονιάς το 1963.

«Έχω ένα όνειρο, ότι μια μέρα, στους κόκκινους λόφους της Γεωργίας, οι γιοι πρώην σκλάβων και οι γιοι πρώην ιδιοκτητών σκλάβων θα καθίσουν δίπλα-δίπλα στο τραπέζι της αδελφοσύνης.»

Το χρηματικό ποσό που παρέλαβε μαζί με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης στις 14 Οκτωβρίου 1964  το μοίρασε σε διάφορα κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα. Για εκείνον η «πιο επίμονη και επείγουσα ερώτηση στη ζωή είναι: «τι κάνεις για τους άλλους;»

Κατάφερε να ευαισθητοποιήσει όλη την παγκόσμια κοινότητα για τον αγώνα κατα των φυλετικών διάκρισεων. 4000 διαδηλωτές ξεκίνησαν πορεία από τη Σέλμα, διέσχισαν τους δρόμους του Νότου και έφτασαν ύστερα απο 6 μέρες στο Μοντγκόμερι. Στα 4 τελευταία χιλιόμετρα της πορείας πλήθος διάσημων προσωπικοτήτων ενώθηκε με τους διαδηλωτές.

«Αν ένας άνθρωπος δεν έχει βρει κάτι για το οποίο θα πέθαινε, δεν αξίζει να ζει.»

«Ξεκινήσαμε πριν από 12 χρόνια, στο Μοντγκόμερι, με μια διαμαρτυρία για να έχουμε το δικαίωμα να καθόμαστε στις άδειες θέσεις των λεωφορείων. Από εκεί, προχωρήσαμε στον αγώνα για την κατάργηση κάθε φυλετικού διαχωρισμού στα δημόσια κτίρια, τα σχολεία και τα ξενοδοχεία. Ύστερα αγωνιστήκαμε για την κατοχύρωση του δικαιώματος της ψήφου, ώστε να αποκτήσουμε πολιτική υπόσταση και δύναμη. Τώρα ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε άλλο ένα βήμα και να διεκδικήσουμε οικονομική και κοινωνική δύναμη.».

«Έχω ένα όνειρο, ότι τα τέσσερα μικρά παιδιά μου θα ζήσουν μια μέρα σ’ ένα έθνος όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους, αλλά από το χαρακτήρα τους.».

Η δολοφονία του ξεσήκωσε πλήθος κόσμου. Ο θάνατος του δεν σκότωσε την «τελευταία ειρηνική ελπίδα» όπως είπαν πολλοί σύντροφοί του, γιατί η ελπίδα είχε ήδη φυτρώσει με τους αγώνες του και τα λόγια του στις συνειδήσεις και την ψυχή του κόσμου.

Γιατί, όλο και περισσότεροι, απέκτησαν ένα όνειρο…

Η όπως ηχούν τα λόγια του και το αγαπημένο του τραγούδι «Ακόμα κι αν ήξερα ότι αύριο ο κόσμος θα εξαφανιζόταν, εγώ πάλι θα φύτευα σήμερα τη μηλιά μου».

left.gr