Γιώργος Χριστοφορίδης
Facebooktwittergoogle_plus

Όταν ο Σαμαράς παρουσίαζε τα επιτεύγματα της συγκυβέρνησης του, ενόψει των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, το πρώτο πράγμα που ανέφερε γεμάτος υπερηφάνεια ήταν: «Μέχρι τώρα προωθήσαμε τη δραστική μείωση της απασχόλησης στο δημόσιο». Και συνέχισε: «Θα σας πω τα νούμερα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν 900.000 το 2009. Και είναι 650.000 το 2014. Αυτό τα λέει όλα».

Αυτά είπε ο Σαμαράς το 2015. Είπε ότι 1 στους 6 έχασε τη δουλειά του. Ξέρετε με πόση υπερηφάνεια το είπε; Περίπου ίση με τη δόξα που ένιωθε ο νυν αντιπρόεδρος της ΝΔ, όταν προανήγγειλε τις δικές του απολύσεις…

Όμως, ας έρθουμε στο σήμερα. Σήμερα, αλήθεια, ακούει κανείς τι λέει ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Λέει καθαρά ότι θέλει να συνεχίσει το ίδιο βιολί. Στην ομιλία του κατά την 82η ΔΕΘ, ως Πρόεδρος της ΝΔ, ανέφερε: «Η λογική είναι πολύ απλή. Η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις μετά το 2018, με έμφαση στο μεγάλο ασθενή, στη μεταρρύθμιση του κράτους».

Προσέξαμε όλοι ότι λέει «μετά το 2018», δηλαδή μετά τη λήξη του τρίτου προγράμματος; Το προανήγγειλε το νέο μνημόνιο ο Πρόεδρος της ΝΔ. Καταλάβαμε όλοι από πού εννοεί ότι θα κόψει, όταν λέει «μεταρρύθμιση του κράτους»; Αν υπάρχει κάποιος που δεν κατάλαβε, ας θυμηθεί την αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη, τον Ιανουάριο του 2016, όταν -εν μέσω κρίσης- ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μια πρώτη μικρή μισθολογική ανάσα στους δημοσίους υπαλλήλους, σπάζοντας τον κατήφορο των συνεχών μειώσεων. Τότε, λοιπόν, στη Βουλή ο Πρόεδρος της ΝΔ φώναζε να πάρει η κυβέρνηση πίσω τις αυξήσεις. Ελεγε:

«Μόλις πριν από ένα μήνα, δώσατε αυξήσεις ύψους 150 εκατ. ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους (…) Σας καλώ, λοιπόν, να τις πάρετε πίσω αυτές τις αυξήσεις. Και γνωρίζετε λοιπόν ότι υπάρχουν κι άλλες στρεβλώσεις ακόμα στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων από τις οποίες μπορείτε να εξοικονομήσετε πόρους».

Ορίστε… Ο άνθρωπος έρχεται να διορθώσει τις «στρεβλώσεις» που υπάρχουν ακόμα… Μα, αλήθεια, πόσα μπορεί να εξοικονομήσει ακόμη από το δημόσιο, που σμπαραλιάστηκε κυριολεκτικά από τη γαλαζοπράσινη συγκυβέρνηση;

Η μισθοδοσία του δημοσίου από το 2009 μέχρι το 2014 μειώθηκε κατά 33%. Πόσο θέλει να κόψει ακόμα; Άλλο ένα 20% τουλάχιστον. Στην ουσία, αυτό λέει ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την πρότασή του για επαναφορά του μνημονιακού 1 προς 5 στο δημόσιο.

Τι σημαίνει αυτό;

Οτι θα προσλαμβάνεται ένας γιατρός για κάθε πέντε γιατρούς που θα φεύγουν. Πώς θα καλυφθούν τα κενά; Προφανώς, θα κλείσουν κάποια νοσοκομεία, σωστά; Θα προσλαμβάνεται ένας δάσκαλος για κάθε πέντε δασκάλους που θα φεύγουν. Αρα, και κάποια σχολεία θα κλείσουν, αναγκαστικά. Πώς αλλιώς; Ενας στρατιωτικός για κάθε πέντε στρατιωτικούς. Ενας δικαστής για κάθε πέντε δικαστές. Θα μπορέσει να λειτουργήσει το δημόσιο; Όχι.

Και, φυσικά, το θέμα δεν αφορά στον δημόσιο υπάλληλο. Αφορά στον πολίτη, αφορά στον επιχειρηματία που συναλλάσσεται με το δημόσιο και θέλει να ολοκληρώνεται σύντομα η δουλειά του, αφορά στον πατέρα που θέλει να μπορεί να πηγαίνει το παιδί του στο δημόσιο νοσοκομείο, αφορά στη μητέρα που θέλει το παιδί της να έχει δασκάλους στο σχολείο και να μην κρυώνει την ώρα του μαθήματος, αφορά σε όλους.

Από μία άποψη, αποτελεί και το κεντρικό διακύβευμα της επόμενης κάλπης, αφού –κατά τη γνώμη μου- περιγράφει ανάγλυφα τη διαφορά στη λογική των δύο πολιτικών προτάσεων που έχουμε μπροστά μας.

Η μία πρόταση λέει: να προσλάβουμε νέους επιστήμονες στο δημόσιο, να ρίξουμε σταδιακά το μέσο όρο ηλικίας, να ανεβάσουμε τον ποιοτικό πήχη, να το βελτιώσουμε και να το μετατρέψουμε σε ένα δυναμικό μηχανισμό κοινωνικής στήριξης, σε έναν προστάτη της εργασίας.

Η άλλη πρόταση λέει: να απολύσουμε υπαλλήλους, να το συρρικνώσουμε παραχωρώντας ζωτικό χώρο κρατικών υπηρεσιών στους εργολάβους, να το τεμαχίσουμε, να το σμπαραλιάσουμε και να το παραδώσουμε ουσιαστικά στους ιδιώτες. Ακριβώς η λογική της «Bad Bank». Το φιλέτο πάντα στα ιδιωτικά συμφέροντα, έναντι του κράτους. Να κερδίζουν οι λίγοι από τη χασούρα των πολλών.

Ας αποφασίσουμε, λοιπόν… Στις 7 Ιουλίου.

(*) Ο Γιώργος Χριστοφορίδης είναι δημοσιογράφος, υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ στο νότιο τομέα της Β’ Αθηνών.

πηγή: Το Κουτί της Πανδώρας