Λόης Λαμπριανίδης και Γιώργος Αγγελόπουλος
Facebooktwittergoogle_plus

Κάθε διεθνής συμφωνία που υπογράφεται υπό ειρηνικές συνθήκες έχει ως στόχο να μεγιστοποιήσει το όφελος για τα εμπλεκόμενα μέρη και να ελαχιστοποιήσει τις τυχόν αρνητικές της όψεις. Αν οι εταίροι της συμφωνίας εκκινήσουν έναν αγώνα αναζήτησης των όποιων αδυναμιών της προς μονομερή εκμετάλλευση και με σαφή πρόθεση να υποβαθμίσουν τα όποια οφέλη της, θα προκληθούν και στα δύο μέρη δεύτερες σκέψεις και θα επιδιωχθεί μια νέα και πιθανότατα αμοιβαία επώδυνη διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσής της. Σε αυτές τις περιπτώσεις προκύπτουν προφανείς απώλειες και στις δύο πλευρές. Οι σκέψεις αυτές ισχύουν και για τη Συμφωνία των Πρεσπών: είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον να μην επιτρέψουμε πιθανές αντιδικίες να καταλάβουν την κεντρική σκηνή της συμφωνίας και να επιδιώξουμε τα αμοιβαία μέγιστα γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη της. Είναι σαφές ότι τα γεωπολιτικά οφέλη αλληλοδιαπλέκονται με τα οικονομικά και τα μεν υποστηρίζουν τα δε.

Tα γεωπολιτικά οφέλη

Αναφορικά με τα γεωπολιτικά οφέλη, ελάχιστοι θα διαφωνήσουν στα λόγια. Λίγοι όμως κατανοούν το τεράστιο όφελος από το να έχεις φίλο και σύμμαχο τον γείτονά σου. Ας αναλογιστούμε τις περιπέτειές μας με άλλους, λιγότερο φιλικούς γείτονες. Η Βόρεια Μακεδονία δεν ήταν ανοιχτά εχθρική ως προς τη χώρα μας, ούτε βεβαίως τα μεγέθη της επέτρεπαν την πρόκληση ενός ευθέος κινδύνου. Όμως ο πιθανός κίνδυνος δεν ήταν ασήμαντος, ιδίως αν αναλογιστούμε ενδεχόμενες συμμαχίες της με τρίτες χώρες. Η Συμφωνία των Πρεσπών έφερε τα πρώτα οφέλη: Η χώρα μας ανέλαβε ήδη τον έλεγχο του FIR της γειτονικής χώρας. Η Βόρεια Μακεδονία, μετατράπηκε σε φίλο και σύμμαχο. Χωρίς αυτό να είναι απολύτως κατοχυρωμένο, εφόσον έχει να κάνει και με την πρακτική που οι δύο χώρες θα ακολουθήσουν μελλοντικά. Αλλά αξίζει να καταβληθεί το οποιοδήποτε τίμημα για να αποσπασθεί αυτή η φιλία και πόσο ασφαλής είναι αυτή; Για να απαντηθεί η ερώτηση, πρέπει να αναλυθούν τόσο τα οφέλη όσο και τα κόστη που προκαλεί. Πέραν των ειδικών σχέσεων Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας, το γενικότερο κλίμα στην ευρύτερη Βαλκανική είναι κρίσιμης και μεγαλύτερης σημασίας. Η ευρύτερη Βαλκανική είναι ένα πολύ σημαντικότερο «επίδικο» από τις απλές διμερείς σχέσεις. Η Βόρεια Μακεδονία κατέχει περίπου την κεντρική θέση στα Βαλκάνια. Με αυτήν, ένας άξονας Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας και λίγο παραπέρα Μαυροβουνίου, Βοσνίας και Ρουμανίας – Μολδαβίας ολοκληρώνεται, ενώ, εξ αντιδιαστολής, χωρίς αυτήν, ένα «κενό» προκύπτει στην καρδιά των Βαλκανίων με πιθανές ευρύτατες παρενέργειες. Σε περίπτωση μη φιλικών σχέσεων Ελλάδος – Βόρειας Μακεδονίας, όλοι οι επιμέρους άξονες συμμαχιών της χώρας μας στα Βαλκάνια διαταράσσονται ή έστω δυσχεραίνεται η υλοποίησή τους. Η επισήμανση αυτή ενέχει ειδικές σημασίες ως προς τους μεγαλοϊδεατισμούς που κατά καιρούς αναπτύχθηκαν στη Βαλκάνια.

Νέες δυνατότητες στο διεθνές σκηνικό

Εξ αντιθέτου, αν επιτευχθεί μια συμμαχία με τάσεις περαιτέρω ενοποίησης των κεντρικών βαλκανικών δυνάμεων (Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας), που διευκολύνεται τα μέγιστα από την ένταξη και της Βόρειας Μακεδονίας, θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για κοσμοϊστορική μεταβολή στην περιοχή μας. Θυμίζουμε ότι, τόσο στο παρελθόν αλλά ιδίως στον 20ό αιώνα, η πολυδιάσπαση των Βαλκανίων αποτέλεσε πηγή καταστροφών, οικονομικής αποτυχίας κ.λπ. Οι χώρες αυτές απέτυχαν να συμπτύξουν εκείνο το ενιαίο μέτωπο που θα τους επίτρεπε να καταστούν ένας αξιόλογος παίκτης στη διεθνή σκακιέρα. Σήμερα βιώνουμε μια ιστορική ευκαιρία σε ένα καθορισμένο κεντρικό σχέδιο. Μιλάμε για την ειρήνευση και την ανάπτυξη της Βαλκανικής, ακόμα για την ανάδυσή της σε περιφερειακό παράγοντα. Έχοντας μείνει όλες οι χώρες επί πολύ σκυμμένες και απολύτως ετεροπροσδιοριζόμενες (με πιθανή εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία 1950-1990), δυσκολεύονται να διακρίνουν τον μεγάλο ορίζοντα. Καθώς η Ε.Ε. σταδιακά τεμαχίζεται σε επιμέρους συμμαχίες (του Βίσεγκραντ, των Σκανδιναβών, αλλά και ατύπως των περί τη Γερμανία κρατών κ.λπ.), πρέπει να γίνει κατανοητή η ανάγκη της συγκρότησης και του «βαλκανικού» πεδίου, που θα δώσει νέες δυνατότητες απεύθυνσης στο ευρωπαϊκό και διεθνές σκηνικό. Ποιοι είναι οι κατάλληλοι να υλοποιήσουν αυτήν την τόσο σπάνια ιστορική ευκαιρία ανάδυσης μιας ισχυρής και ενωμένης Βαλκανικής; Η απάντηση δυστυχώς είναι «όχι όλοι» και δυστυχώς ίσως «πολύ λίγοι». Δυστυχώς, η ευρύτερη εικόνα διαφεύγει απολύτως της Ν.Δ., του ΚΙΝ.ΑΛΛ. και του ΚΚΕ. Οι δύο πρώτοι χάνονται στις επιμέρους εικόνες, υπόσχονται ατέρμονες αντιδικίες με τους γείτονες, καθώς θα επιδιώκουν να προχωρήσουν την ένταξη τους στην Ε.Ε., αδυνατούν να συλλάβουν την ευρύτερη βαλκανική ειρήνευση και συνανάπτυξη. Και δεν είναι τυχαίο ότι το συγγενικό ιδεολογικοπολιτικά κόμμα της Ν.Δ., το VMRO – DPMNE, που διακατέχεται από ένα συντηρητικό – εθνικιστικό φρόνημα, αποτελεί τον κύριο κίνδυνο αποπροσανατολισμού από την ελπιδοφόρα γεωπολιτική και οικονομική εικόνα.

Βγαίνουμε από την “απομόνωση”

Περνώντας στο σκέλος που αφορά τα οικονομικά οφέλη της Συμφωνίας, εκτιμούμε ότι η βελτίωση του κλίματος θα διευκολύνει στην ολοκλήρωση του οικονομικού χώρου Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας αλλά και συνολικά των Βαλκανίων. Ιδιαίτερα αναμένεται να επωφεληθεί η Βόρεια Ελλάδα και μάλιστα η Μακεδονία. Για δεκαετίες τα βόρεια σύνορα της χώρας ήταν κάπως σαν ένα άκρο της γης. Οι επικοινωνίες των ανθρώπων και οι ροές εμπορευμάτων, εργαζομένων και κεφαλαίων, ήταν πρακτικά ανύπαρκτες. Η αδυναμία οικονομικής ολοκλήρωσης της περιοχής δημιουργούσε προϋποθέσεις υπανάπτυξης. Υπενθυμίζουμε ότι το διεθνές εμπόριο, αλλά και η διεθνής κινητικότητα των λοιπών παραγωγικών συντελεστών (επιχειρήσεων, κεφαλαίων και εργαζομένων), τείνει να συγκεντρώνεται σε γειτνιάζουσες περιοχές εξαιτίας της ευκολίας πρόσβασης και ανταλλαγών, της κοινωνικής προσέγγισης, της αίσθησης ασφάλειας, της γνώσης τοπικών ιδιαιτεροτήτων και ευκαιριών. Το αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η οικονομική ολοκλήρωση των περιοχών και τα συνεπαγόμενα οφέλη: επέρχεται μεγαλύτερος καταμερισμός των έργων, αυξάνεται η εργατική παραγωγικότητα, που με τη σειρά της συμβάλλει σε αυξημένη απασχόληση και αμοιβές, μειώνεται η μετανάστευση κ.λπ. Επέρχεται ενίσχυση των μεγεθών ορισμένων τουλάχιστον επιχειρήσεων που θα είναι σε θέση να αξιοποιήσουν την ευρύτερη ολοκληρωμένη αγορά και να πετύχουν οικονομίες κλίμακος και αυξημένη παραγωγικότητα. Δημιουργείται, τουλάχιστον δυνάμει, χώρος συνεργασιών μεταξύ επιχειρήσεων αλλά και κατηγοριών εργαζομένων. Καθώς οι γειτνιάζουσες περιοχές χωρών δομούν έναν ενιαίο χώρο, δημιουργείται ανάγκη βελτίωσης των υποδομών (δρόμοι, δίκτυα ενέργειας, άρδευσης, αλλά και ερευνητικά κέντρα, ΑΕΙ κ.λπ.). Η διοχέτευση των αναγκαίων πόρων για τις υποδομές έχει ως παράγωγο αποτέλεσμα την ανατροφοδότηση της αναπτυξιακής δυναμικής της περιοχής. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας οικονομικής ολοκλήρωσης της βόρειας Ελλάδας ιδίως με την Βόρεια Μακεδονία αλλά και γενικότερα ολόκληρης της χώρας μας με τη Βαλκανική, θα είναι ένας «ενάρετος» κύκλος οικονομικής ανάπτυξης.

Κίνδυνοι και αβεβαιότητες

Στο σημείο αυτό ας μας επιτραπούν μερικές επιφυλάξεις: οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, οι οποίες δεν είναι πάντα θετικές. Η μέση και η φτωχότερη τάξη στην Δύση είδε τα εισοδήματά της να παραμένουν στάσιμα, ακόμα και να μειώνονται για δεκαετίες. Ο πλανήτης ως σύνολο γνώρισε μια εκρηκτική άνοδο της ανισότητας, των χρεών (δημοσίων και ιδιωτικών) κ.λπ. Το αποτέλεσμα αυτών των δυσμενών εξελίξεων ήταν η άνοδος της ακροδεξιάς και των σοβινισμών. Οι κίνδυνοι αυτοί ελλοχεύουν και στην περίπτωση των Βαλκανίων. Μετά το 1989 αναπτύχθηκε μεταξύ της χώρας μας και των Βαλκάνιων γειτόνων μας μια σχέση οικονομικής ολοκλήρωσης, που σε αρκετές όψεις της ήταν ατυχής. Με το άνοιγμα των συνόρων πολλές ελληνικές επιχειρήσεις με μικρό εν γένει τεχνολογικό δυναμικό μετέφεραν τη δραστηριότητα τους στις γειτονικές χώρες για να ωφεληθούν από το φτηνό εργατικό δυναμικό και τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές. Παράλληλα, πολλοί Βαλκάνιοι μετακινήθηκαν στη χώρα μας και εργάστηκαν με πολύ χαμηλούς μισθούς στον μη διεθνώς εμπορεύσιμο τομέα (οικοδομές κ.λπ.), γεγονός που, αφενός, έδωσε ανάσα ζωής στις ελληνικές επιχειρήσεις αλλά αφετέρου τις αποθάρρυνε στην αναβάθμιση της τεχνολογικής έντασης των προϊόντων τους. Τέλος, οι ελληνικές επιχειρήσεις που μετεγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια, όντας γενικά χαμηλής τεχνολογικής δυνατότητας, απλώς έβγαλαν την παραγωγή τους εκτός χώρας χωρίς, στις περισσότερες περιπτώσεις, να διατηρήσουν συνεργασίες με την ελληνική οικονομία. Οι παραπάνω τάσεις μάλλον απείχαν σημαντικά από το εξιδανικευτικά σχήματα της νεοκλασικής οικονομικής σχολής για τη διεθνή ολοκλήρωση. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική κατίσχυση και τα στενά συντεχνιακά συμφέροντα παρεμπόδισαν τη διάγνωση των προβλημάτων που η βαλκανική «υπαρκτή» ολοκλήρωση προκαλούσε. Έτσι, παρ’ όλο που η ολοκλήρωση της Βαλκανικής πόρρω απέχει από το να θεωρείται προχωρημένη, δεν έπαψε να δημιουργεί παρενέργειες. Επιπλέον, η αποδυνάμωση των αγορών πολλών περιοχών των συνόρων μας -λόγω των γειτονικών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών- δημιούργησε προβλήματα. Για να αποφύγουμε αυτές τις αρνητικές συνέπειες της οικονομικής ολοκλήρωσης, έστω στην περιορισμένη βαλκανική της διάσταση, οφείλουμε να μην την αφήσουμε ως αποκλειστική υπόθεση των αγορών, του αυθόρμητου επιχειρηματικού παιχνιδιού. Αυτό που απαιτείται είναι να επέμβουμε δραστικά ώστε να την βελτιώσουμε έτσι που όλοι να μπορούν να επωφεληθούν απ’ αυτήν. Για να έχουμε αυτήν τη θετική εξέλιξη (οικονομική ανάπτυξη, δημογραφική ευρωστία, κοινωνική συνοχή και αντιμετώπιση φτώχειας και ανισότητας και, τέλος, ειρηνική συνύπαρξη γειτονικών κρατών) και για την αποφυγή των αντιθέτων τους απαιτείται η δημόσια κατανόηση των πιθανών παρενεργειών της και η διόρθωσή τους. Μέρος αυτής της δημόσιας κατανόησης οφείλει να είναι και η καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης, μέσω της παιδείας και των τεχνών, του κοινού μας οίκου που λέγεται Βαλκάνια.

Η ώρα των ευθυνών

Ως ενιαίος χώρος, οι βαλκανικές χώρες έχουν άλλη κρίσιμη μάζα να διεκδικήσουν από την Ε.Ε. πολιτικές για σοβαρά ζητήματα της περιοχής, να κατακτήσουν αγορές και να διαπραγματευθούν καλύτερες συμφωνίες με τρίτες δυνάμεις. Επιπρόσθετα, οι ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Βόρεια Μακεδονία θα εργάζονται κάτω από δεκτικότερες συνθήκες. Τέλος, η συμφωνία οδηγώντας σε ευρύτερη ειρήνευση στην περιοχή, θα συντείνει να αποβληθεί το στίγμα ότι τα Βαλκάνια είναι η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης, με αποτέλεσμα περισσότερες επενδύσεις, τουρισμό, απασχόληση, εισοδήματα κ.λπ. Όπως κάθε συμφωνία, έτσι και αυτή των Πρεσπών είναι σαν ένα ανοιχτό παράθυρο. Το αν θα μπει καθαρός αέρας σχετίζεται με τον τρόπο που αξιοποιούνται τα υπέρ και ελαχιστοποιούνται τα κατά της. Στα προσεχή χρόνια, αν οι δύο χώρες κυβερνηθούν από τις δυνάμεις που θα δράσουν με σχέδιο και περίσκεψη, μπορεί να προκύψουν οφέλη σημαντικά. Αν επικρατήσουν οι δυνάμεις που αντιτίθενται στη συμφιλίωση, τίποτα το καλό δεν θα προκύψει. Σήμερα, ενώ τα πράγματα έχουν πάρει θετική τροπή, η κατάσταση εξακολουθεί να περιέχει αβεβαιότητες και κινδύνους, κινδύνους που μπορούν να προκύψουν από κακούς χειρισμούς από τις δύο πλευρές. Είναι η ώρα των ευθυνών όλων μας. Ο μόνος μέχρις στιγμής κομματικός σχηματισμός κατάλληλα τοποθετημένος για να επιτύχει τα καλά αποτελέσματα και να αποφύγει τις επικίνδυνες για το μέλλον της περιοχής εξελίξεις είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

πηγή: Αυγή