Facebooktwittergoogle_plus

Οι σιωπές στην πολιτική κρύβουν συνήθως κάποια στοιχεία, δημιουργούν ερωτήματα, δήλωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στον Δυτικό Τομέα της δεύτερης εκλογικής περιφέρειας Αθηνών, Γιάννης Δραγασάκης στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού- Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM», σχετικά με το κυβερνητικό πρόγραμμα που προτείνει η ΝΔ για την οικονομία.

«Έχουμε ένα σχέδιο για την επόμενη τετραετία, επεξεργασμένο, με συγκεκριμένους στόχους –σε πολλές περιπτώσεις και ποσοτικοποιημένους και κοστολογημένους. Από την άλλη μεριά αυτό που ακούμε είναι συνθήματα, για φορολογική ελάφρυνση, μικρότερους φόρους», είπε ο κ. Δραγασάκης, προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει άνθρωπος ή υπουργός ή πολίτης που να μη θέλει χαμηλότερους φόρους», όμως, «το ερώτημα είναι πώς θα εξασφαλιστεί αυτό». «Κι εμείς έχουμε αναγγείλει κι έχουμε υλοποιήσει κι έχουμε στο πρόγραμμά μας νέες στοχευμένες φοροελαφρύνσεις. Αν, λοιπόν, επιχειρήσει να κάνει ο κ. Μητσοτάκης περισσότερες φοροελαφρύνσεις από ό,τι επιτρέπει η δημοσιονομική θέση της χώρας, θα προχωρήσει σε μείωση των δαπανών τότε; Θα κάνει πίσω; Ποιες δαπάνες θα μειώσει;», διερωτήθηκε. «Καλλιεργεί την άποψη η ΝΔ ότι η υπερφορολόγηση είναι ένα πρόβλημα που εμφανίστηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ και άρα αν φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ την επομένη θα γιορτάσουμε μείωση φόρων. Ε, αυτό είναι ένα ψέμα. Ο μεγάλος όγκος των φόρων -και ποσοτικά και ποιοτικά- μπήκε μετά τη χρεοκοπία της χώρας και την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», πρόσθεσε.

«Για εμάς», υπογράμμισε ο κ. Δραγασάκης, «το κύριο δεν είναι τόσο τι λέει η Νέα Δημοκρατία, όσο να συνειδητοποιηθεί από πού ξεκινήσαμε, τι χώρα παραλάβαμε, πού είμαστε σήμερα και ποιο είναι το σχέδιο για την επόμενη τετραετία». Σχετικά με το πώς το εκλογικό σώμα αξιολογεί το διακύβευμα αυτό παρατήρησε: «Οι εκλογές δεν είναι ένα παιχνίδι ορθολογικών κινήσεων και συλλογισμών, υπάρχει και το συναίσθημα, δηλαδή εμείς πράγματι παραλάβαμε μια χώρα σε κρίση και μια κοινωνία κουρασμένη ήδη, ενώ είχαμε ίσως δημιουργήσει κι εμείς προσδοκίες κι επιθυμούσαμε να υπάρξει ένας άλλος τρόπος -πιο ριζικός- να τελειώνουν τα μνημόνια […] Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών παρόλο που ορισμένοι το χαρακτηρίζουν ήττα και με μία έννοια βεβαίως θέλαμε μεγαλύτερο ποσοστό, από τη μία πλευρά αυτό το ποσοστό που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ευκαταφρόνητο, τον αναδεικνύει σε βασικό προοδευτικό πόλο της πολιτικής μας ζωής και δεύτερον το ποσοστό που πήρε η Νέα Δημοκρατία, ενώ φαίνεται μεγάλο, στην πραγματικότητα ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας δεν πείστηκε από τα ωραία λόγια, άρα είναι ανοιχτό το θέμα».

Κληθείς να σχολιάσει την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για την πορεία της επένδυσης στο Ελληνικό ο κ. Δραγασάκης απάντησε: «Το Ελληνικό πρέπει να γίνει μάθημα στα σχολεία, δηλαδή πώς μια χώρα συγκροτεί τους θεσμούς και τους νόμους της και τα διατάγματά της, έτσι ώστε να εμποδίζει πράγματι τις επενδύσεις. Ενώ υπογράφτηκε η επένδυση πριν αναλάβουμε εμείς, στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι δεν είχε διευκρινιστεί τίποτε, ούτε ο δασικός ή μη δασικός χαρακτήρας της περιοχής, ούτε τα αρχαία και τι θα κάνουμε με τα αρχαία, ούτε καν η μορφή της εκμετάλλευσης […] Αυτό δεν αφορά μόνο το Ελληνικό. Όταν αναλάβαμε την κυβέρνηση στο υπουργείο Οικονομίας, σε αυτό που λέγεται αναπτυξιακός νόμος, όπου κατατίθενται αιτήσεις για να εξεταστούν και να εγκριθούν επενδύσεις και να επιχορηγηθούν, παραλάβαμε 5.000 ή 6.000 επενδυτικά σχέδια στον αέρα, χωρίς χρηματοδότηση. Έλεγαν στον κόσμο “κάνε την αίτηση”, υπέβαλε ο άλλος την αίτησή του, θεωρούσε ότι η αίτησή του θα εγκριθεί κιόλας, ενώ δεν υπήρχαν χρήματα για να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις».

Σχετικά με την πολιτική αντιπαράθεση για το ύψος των πλεονασμάτων ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης σχολίασε: «Το συνειδητό λάθος του κ. Μητσοτάκη είναι ότι δεν απαντάει στο ερώτημα: Πώς επιβλήθηκαν αυτά τα υπερπλεονάσματα; Ο ίδιος δεν τα ψήφισε στη Βουλή; Το τρίτο μνημόνιο η ΝΔ δεν το ψήφισε; Αυτό δεν ήταν προϊόν του συμβιβασμού, εκεί μέσα δεν ήταν το όριο του 3,5%, που πρέπει να έχουμε πλεόνασμα, από το 4,5%, που είχαν δεσμευθεί αυτοί; Βλέπουμε ότι ο κ. Μητσοτάκης κατηγορεί άλλους για ψεύτες, ενώ ο ίδιος έχει ανάγει σε βασικός τρόπο άσκησης πολιτικής τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας […] Η συμφωνία ήλθε στη Βουλή, την ψήφισε και η Νέα Δημοκρατία, αυτή τη συμφωνία υλοποιεί η κυβέρνηση. Βεβαίως, στα χρόνια αυτά, μέχρι το 2018, δεν μπορούσες δημοσιονομικά από την αρχή του χρόνου να είσαι απόλυτα βέβαιος ότι στο τέλος θα κλείσεις στο 3,5%, διότι μπορεί η είσπραξη ενός φόρου να μην πήγαινε τόσο καλά ή να πήγαινε καλύτερα, μπορεί οι εισφορές στα ταμεία να ήταν ελλιπείς ή πλεονασματικές, μπορεί μια δαπάνη σου να μην εκτελείτο στην ώρα της, διότι ένα έργο είχε σκαλώσει σε μία προσφυγή στο ΣτΕ, είναι πολλοί παράγοντες που καθορίζουν το αποτέλεσμα. Θέλαμε να πιάσουμε τον στόχο οπωσδήποτε, άρα πάντα βάζαμε μία “καβάτζα” και όταν βλέπαμε ότι κάτι περίσσευε στο τέλος το δίναμε ως έκτακτο βοήθημα […] Κι αυτή ήταν μια παρεξήγηση, τώρα που βγήκαμε από τα μνημόνια δεν έχουμε λόγους να κάνουμε έκτακτα μέτρα, αλλά εφαρμόζουμε μόνιμες πολιτικές στον βαθμό που μπορούμε».

Ερωτηθείς, εξάλλου, για τα ελληνοτουρκικά και τις παρατηρήσεις από την πλευρά της ΝΔ σε ό,τι αφορά τη σύγκληση του ΚΥΣΕΑ ο κ. Δραγασάκης σημείωσε πως «υπάρχει μια πόλωση πολιτική, έχουμε ανταγωνιστικά προγράμματα με τη ΝΔ, διαφωνούμε σε πολλά θέματα, αλλά δεν πρέπει να αφήνουμε την πολιτική να πέφτει τόσο χαμηλά, ούτως ώστε σε ένα τόσο σοβαρό εθνικό θέμα, όπως είναι οι σχέσεις με τη Τουρκία, να συγκαλεί ο πρωθυπουργός το θεσμικό όργανο -αυτό είναι το ΚΥΣΕΑ- και να ασκείται κριτική, επειδή συγκλήθηκε το όργανο αυτό».

ΑΠΕ-ΜΠΕ