Facebooktwittergoogle_plus

Η σοβαρότητα των προθέσεων της τουρκικής πλευράς έχει ήδη πιστοποιηθεί – μένει να φανεί αν ισχύει κάτι αντίστοιχο και για τη Ουάσιγκτον

Η παραλαβή των πρώτων τμημάτων των ρωσικών αντιπυραυλικών-αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία αποτελεί μία εξέλιξη που προκαλεί αίσθηση διεθνώς, μολονότι η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν επανειλημμένα είχε τονίσει ότι θα πράξει αυτό ακριβώς και ότι η επίμαχη παραγγελία είναι “done deal”.

Μάλιστα οι σχετικές ανακοινώσεις του υπουργείου Άμυνας και της Διεύθυνσης Εξοπλισμών της Τουρκίας λιγοστεύουν δραματικά τα περιθώρια ελιγμών, καθώς γνωστοποιούν ότι οι επίμαχες συστοιχίες θα εγκατασταθούν στη βάση Mürted της Άγκυρας και θα είναι πλήρως λειτουργικές. Με άλλα λόγια, τα σενάρια της αποθήκευσης των S-400 ή της μεταφοράς τους σε τρίτο μέρος, ώστε να διευκολυνθεί η περαιτέρω διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ απομακρύνονται.

Η σοβαρότητα των προθέσεων της τουρκικής πλευράς έχει ήδη πιστοποιηθεί – μένει να φανεί αν ισχύει κάτι αντίστοιχο και για τη Ουάσιγκτον.

Η πρόκληση δεν είναι διόλου μικρή: αν η Αμερική εξαντλεί τις πιέσεις της προς μία αδέσμευτη χώρα την οποία προσπαθεί να προσεταιριστεί, όπως η Ινδία, να μην προχωρήσει στην προμήθεια ρωσικών S-400, πόσο ελαστική μπορεί να φανεί απέναντι σε μία χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, όπως η Τουρκία, η οποία δημιουργεί κακό προηγούμενο και για άλλους συμμάχους;

Ωστόσο, η αμερικανική απάντηση δεν έχει γίνει άμεσα γνωστή. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η καθυστέρηση έχει να κάνει με την επικείμενη επέτειο του αποτυχημένου πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 στην Τουρκία, ώστε να μη δοθεί στον Ερντογάν η ευκαιρία να συσπειρώσει τα πλήθη οξύνοντας την αντιαμερικανική ρητορική του.

Η πολυγλωσσία που επικρατεί στη Ουάσιγκτον δεν αποτελεί πια διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, αλλά μάλλον σημάδι αμηχανίας. Η μεν Ντόναλντ Τραμπ φρόντισε να διαβεβαιώσει τον Ερντογάν κατά τη συνάντησή τους στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της G-20 στην Οζάκα ότι η Τουρκία θα πέσει “στα μαλακά”. Το Πεντάγωνο πάλι, επαναλαμβάνει παγίως ότι η χώρα του Ερντογάν θα αποβληθεί από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των μαχητικών νέας γενιάς F-35 εάν έως τις 31 Ιουλίου έχει προχωρήσει στην προμήθεια των S-400. Στο δε Κογκρέσο, το κλίμα που επικρατεί είναι βαρύ, καθώς (με την παρότρυνση κυρίως του φιλοϊσραηλινού λόμπι) οι τιμωρητικές διαθέσεις περισσεύουν.

Για μεν τα F-35 θα πρέπει να θεωρηθεί ότι θα λειτουργήσει ο “αυτοματισμός” για τον οποίο μιλά το Πεντάγωνο. Όμως αυτό το τίμημα η Άγκυρα μοιάζει να το έχει προϋπολογίσει. Το πραγματικό ερώτημα αφορά το αν θα υιοθετηθούν κυρώσεις (και ποιές) βάσει του Νόμου CAATSA που σχεδόν ομόφωνα υιοθετήθηκε το 2017 για όσους προμηθεύονται ρωσικό στρατιωτικό υλικό.

Ο νόμος υποχρεώνει τον Αμερικανό πρόεδρο να υιοθετήσει πέντε από έναν κατάλογο δώδεκα κατηγοριών κυρώσεων που προβλέπει ο νόμος – αν και του προσφέρει και την ευχέρεια να καθυστερήσει την υιοθέτησή τους.

Χαρακτηριστικά, η ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας υπενθυμίζει ότι τα συμβόλαια για την παραγγελία των S-400 υπεγράφησαν πριν από την ψήφιση του Νόμου CAATSA. Την ίδια στιγμή, οι τουρκο-αμερικανικές συνομιλίες για τη δημιουργία “ασφαλούς ζώνης” στην κουρδοκρατούμενη βορειοανατολική Συρία, κυριότερο αντικείμενο ενδιαφέροντος για την Άγκυρα, έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο.

Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει πετάξει την μπάλα στο αμερικανικό γήπεδο, προκαλώντας την Ουάσιγκτον να επιλέξει αυτή (πράγμα όχι εύκολο) τον βαθμό και τον ρυθμό διατάραξης των διμερών σχέσεων, ενώ ο ίδιος θα έχει οχυρωθεί πίσω από το επιχείρημα ότι τα τουρκικά αιτήματα (λ.χ. για προμήθεια αντιαεροπορικών Patriot με μεταφορά τεχνογνωσίας) αγνοήθηκαν από τη μεγάλη σύμμαχο.

Σε μία συγκυρία κατά την οποία, όπως έδειξαν και οι επαναληπτικές εκλογές στον μητροπολιτικό δήμο Κωνσταντινούπολης, η πολιτική του μονοκρατορία αμφισβητείται, ο Τούρκος πρέοδρος έχει κάθε συμφέρον να δημιουργήσει ένα κλίμα “εθνικής πολιορκίας”, που θα του επιτρέπει να καταστείλει τους εσωτερικούς του αντιπάλους.

Δεν έχει όμως την πολυτέλεια να υποστεί κυρώσεις τέτοιες που θα κλονίζουν την ήδη δοκιμαζόμενη τουρκική οικονομία. Πάντως η συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας βρίσκεται παραδόξως σε καλύτερο σημείο, απ’ ό,τι τον περασμένο Αύγουστο οπότε επιβλήθηκαν αμερικανικές κυρώσεις εναντίον Τούρκων υπουργών για την υπόθεση του πάστορα Μπράνσον. Οι κατάσταση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, όπου οι ικανοποιητικές αποδόσεις λιγοστεύουν στις ανεπτυγμένες χώρες, ενδεχομένως εξηγεί το φαινόμενο.

Υπενθυμίζεται ότι αμερικανικές κυρώσεις έχουν επιβληθεί εναντίον της συμμάχου Τουρκίας και στο παρελθόν, όταν με πρωτοβουλία του Κογκρέσου η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 απαντήθηκε με εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων. Όμως επρόκειτο τότε για έναν κόσμο διπολικό και για μία Τουρκία που δεν είχε ολοκληρώσει την αστικοποίησή της..

Η σημερινή κατάσταση αποτυπώνει τις ελευθερίες και τις φιλοδοξίες που η Τουρκία θεωρεί πλέον ότι της αντιστοιχούν – και αυτό είναι κάτι που ξεπερνά τις στενές επιδιώξεις του Ταγίπ Ερντογάν και αφορά συνολικά την δυναμική της τουρκικής κοινωνίας και την αυτονομία που που διεκδικεί στον σύγχρονο κόσμο.