Facebooktwittergoogle_plus

“Τολμώ να πω ότι η κοινωνία πλέον θα έχει τον πρώτο λόγο από εδώ και πέρα. Οι δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης μέσα και έξω από τη Βουλή θα δοκιμαστούν στη νέα μεταμνημονιακή φάση από τον βαθμό ανταπόκρισης σε αυτήν τη νέα κοινωνική δυναμική”, αναφέρει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του στο Έθνος της Κυριακής, ο τέως πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης.

Τις θέσεις του για το µέλλον του ΣΥΡΙΖΑ, που θα οδηγήσει στην αντιστοίχιση του κόµµατος µε την εκλογική του επιρροή, παρουσιάζει µε συνέντευξή του στο «Εθνος της Κυριακής» ο τέως πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης. Παράλληλα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την πιθανή επιστροφή των δανειστών από την «πίσω πόρτα» ως αποτέλεσµα της πολιτικής της κυβέρνησης.

Αναλυτικά η συνέντευξη: 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να έχει βρει τον «βηματισμό» του ως αξιωματική αντιπολίτευση. Σας αιφνιδίασαν οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης;

Μια ψύχραιμη αποτίμηση του πρώτου μήνα διακυβέρνησης της ΝΔ οδηγεί σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που μόνιμοι αγιογράφοι των media προσπαθούν συστηματικά να καταγράψουν ως εντύπωση στην κοινή γνώμη για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης.

Δεν θεωρώ ότι είναι υπερβολή να μιλήσουμε για «Αποκάλυψη τώρα». Ολες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες και ο δημόσιος λόγος που αναπτύχθηκαν αυτόν τον κρίσιμο μήνα διαμορφώνουν ένα τοπίο με προφανείς νοοτροπίες θεσμικού αυταρχισμού, πολιτικές με κύριο πρόσημο τη συντηρητική κοινωνική αναδίπλωση, ιδιαίτερα στα εργασιακά ζητήματα, με πρόδηλη επιφανειακή επικοινωνιακή διαχείριση των θεμάτων και με νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις ανάμεικτες ακόμα και με μείγμα θρησκοληψίας, εκδικητικών πολιτικών τάσεων και μέτρων οικοδόμησης σκληρού κομματικού κράτους με τον μανδύα της «επιτελικής λειτουργίας».

Σε αυτό το σκηνικό ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατέγραψε απλώς την αντίθεσή του, αλλά βήμα βήμα ανέδειξε και αποδόμησε την κυβερνητική πολιτική.

Ποιες πρωτοβουλίες θα πρέπει να λάβει το κόμμα προκειμένου να δημιουργήσει τη δική του πολιτική ατζέντα;

Η κοινωνική ατζέντα με επίκεντρο τη διαφύλαξη των εγγυήσεων για την εργασία και τους κρίσιμους τομείς της Παιδείας, της Υγείας, της Ασφάλισης και των θεμελίων του κοινωνικού κράτους που έθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν την καρδιά της προγραμματικής πολιτικής από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η αντίσταση στο συντηρητικό πολιτικό πλαίσιο που επιχειρεί να οικοδομήσει η κυβέρνηση και οι διεκδικήσεις για διευρυμένες ελευθερίες και δικαιώματα τίθενται εκ των πραγμάτων στην πρώτη γραμμή της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Προσώρας διαφαίνεται η προφανής έλλειψη στρατηγικής διεκδίκησης έναντι των θεσμών της ΝΔ και η ισχυρή διακινδύνευση να ακυρωθούν οι οικονομικές προβλέψεις και οι στόχοι που ευελπιστούσε ότι θα αποτυπωθούν και στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το ’20.

Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει σε νέα, εντελώς αρνητικά για την κοινωνία μέτρα, σε ένα νέο ιδιότυπο μνημόνιο έμπνευσης ΔΝΤ, επειδή ακριβώς έτσι στρώνουν τον δρόμο -ως μονόδρομο μάλιστα- οι μέχρι τώρα νεοφιλελεύθερες εξαγγελίες και πρακτικές της κυβέρνησης.

Επιμένω σε αυτό το ερώτημα διότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται για νέο γύρο νομοθετικών πρωτοβουλιών…

Με βάση τα παραπάνω δεν διαμορφώνονται προσδοκίες για μια «διόρθωση πορείας» της κυβέρνησης. Αντίθετα φαίνεται ότι επιλέγεται ο δρόμος των θεσμικών ακροβασιών με επίκεντρο τον εκλογικό νόμο, τη συνταγματική αναθεώρηση και την αγχώδη εμμονή για την οικοδόμηση και θωράκιση του κομματικού κράτους. Ακριβώς γιατί θεωρούν αυτές οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις που έχουν και σχετικά ιστορικά προηγούμενα ότι έτσι θα γίνει δυνατόν να προχωρήσουν απρόσκοπτα οι ιδιωτικοποιήσεις σε στρατηγικούς τομείς και η προνομιακή εξυπηρέτηση μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που ήταν και είναι αρωγοί στη διακυβέρνηση της ΝΔ.

Το σκηνικό αυτό παραπέμπει σε μια προφανή και εντελώς διακριτή ισχυρή πολιτική αντιπαράθεση στο αμέσως προσεχές μέλλον των πολιτικών του προοδευτικού πόλου απέναντι στη συντηρητική διακυβέρνηση.

Μπορεί να συμβαδίσει η προγραμματική αντιπολίτευση με τη λεγόμενη κινηματική; Ειδικά από ένα κόμμα που εφάρμοσε μνημόνιο ως κυβέρνηση;

Τολμώ να πω ότι η κοινωνία πλέον θα έχει τον πρώτο λόγο από εδώ και πέρα. Οι δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης μέσα και έξω από τη Βουλή θα δοκιμαστούν στη νέα μεταμνημονιακή φάση από τον βαθμό ανταπόκρισης σε αυτήν τη νέα κοινωνική δυναμική.

Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, κατά κοινή πλέον πεποίθηση που εμπεδώνεται καθημερινά μέσα στην κοινωνία, έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια, με την κοινωνία όρθια και την οικονομία ισχυρή. Με μείωση κατά 10% της ανεργίας και με διασφάλιση «ανοικτού διαδρόμου» για το μέλλον μιας κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης με οικολογικό πρόσημο και με μια νέα ισχυρή οντότητα της χώρας στην περιοχή μας και μέσα στην ΕΕ που δοκιμάζεται δεινά, τολμώ να πω υπαρξιακά, για ακόμη μία φορά.

Σημειώνω ιδιαίτερα την αναγνώριση της ιστορικής Συμφωνίας των Πρεσπών ακόμα και από τη σημερινή κυβέρνηση που ως αντιπολίτευση κατέγραψε το ολίσθημα μιας τακτικίστικης και ακροδεξιάς πολιτικής γι’ αυτήν την εκκρεμότητα. Εκκρεμότητα που ανάμεσα σε άλλες κληροδότησαν για «διευθέτηση» στον ΣΥΡΙΖΑ οι πολιτικές δυνάμεις που οδήγησαν τη χώρα σε χρεοκοπία.

Εχει ξεκινήσει η συζήτηση για το μέλλον του κόμματος. Φοβάστε ότι το «άνοιγμα» χωρίς δικλίδες ασφαλείας θα οδηγήσει στη «πασοκοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ;

Για τη σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά, την οποία διαχρονικά ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει στη χώρα μας και στην Ευρώπη πλέον, τα διακυβεύματα είναι πολλά στη νέα φάση και οι ευθύνες μεγάλες για να δοθούν απαντήσεις που θα εμπνέουν τη ριζοσπαστικοποίηση, την πολιτική ωρίμανση και την κοινωνική στράτευση ενός όλο και μεγαλύτερου μέρους, ιδιαίτερα της νεολαίας, από το μέγεθος που έχει αποκληθεί «εκλογικός ΣΥΡΙΖΑ».

Με ποιον τρόπο;

Σημειώνω πέντε παράγοντες επιπλέον σε αυτό το άκρως πολιτικό, με οργανωτικές βεβαίως διαστάσεις, ζήτημα της επείγουσας ανάγκης για «αντιστοίχιση» του ΣΥΡΙΖΑ με τη διαχρονική πλέον ισχυρή εκλογική του επιρροή:

Πρώτον, έχουμε ευθύνη για να ξαναμπούν στην ενεργό πολιτική και τις προσεχείς εκλογικές αναμετρήσεις τουλάχιστον ενάμισι εκατομμύριο πολίτες που την τελευταία δεκαπενταετία απέχουν σταδιακά ή κατά περίπτωση από τις εκλογές.

Δεύτερον, έχουμε πολύ μεγάλη ευθύνη για την αναθεμελίωση των μαζικών κοινωνικών κινημάτων και τη διαμόρφωση νέων συσχετισμών με προοδευτικό αγωνιστικό προσανατολισμό για την ανάκτηση του κύρους των κοινωνικών και θεσμικών οργανώσεων και φορέων.

Τρίτον, πρέπει να αναλάβουμε επίσης την ευθύνη μας για την πολιτισμική ανασυγκρότηση και την ενθάρρυνση όλων των εστιών δημιουργίας που γεννήθηκαν και επιβίωσαν μέσα στην κρίση, ιδιαίτερα στους χώρους της νεολαίας, των χιλιάδων εστιών κοινωνικής αλληλεγγύης, των πρωτοβουλιών κοινωνικής οικονομίας, των δράσεων για την ανασύσταση της ιστορικής μνήμης, των σύγχρονων πολιτισμικών αναζητήσεων αλλά και των καινοτομικών επιστημονικών συνεργειών.

Τέταρτον, να πάψουμε να φτωχαίνουμε αυτήν την πλούσια και δημιουργική συζήτηση που αφορά προφανώς και στο μέλλον μιας μαζικής, ανοικτής και ισχυρής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ και της σύγχρονης προοδευτικής παράταξης με ρηχές αναλύσεις περί πασοκοποίησης και περί «δανεικών ψήφων». Γιατί βεβαίως μέσα σε αυτόν τον πυκνό πολιτικό χρόνο από το ’12 μέχρι σήμερα μεγάλο τμήμα του λαού μας, ιδιαίτερα εργαζόμενοι και νεολαία, ανέδειξε σε δύναμη κυβερνητικής ευθύνης μέσα σε συνθήκες μιας ιστορικά δραματικής οικονομικής-κοινωνικής κρίσης, σε κάθε αφορμή που του δόθηκε, την εκλογική επιλογή ΣΥΡΙΖΑ και της ευρύτερης Προοδευτικής Συμμαχίας, καθώς και τον ιδιαίτερο ρόλο που επωμίστηκε ως πρόεδρος και πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας. Ως επιλογή μακράς πλέον πνοής και αναδιαμόρφωσης μιας νέας πολιτικής παράδοσης με την Αριστερά, κύρια εναλλακτική πρόταση απέναντι στη Δεξιά.

Πέμπτο και προφανές, χρειάζεται μια τολμηρή πολιτική συγκλίσεων και συνεργασιών, σε κλίμακα Ευρώπης και στη χώρα μας, με τις δυνάμεις της πολιτικής οικολογίας και τις δυνάμεις σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης που οριοθετούνται από τις νεοφιλελεύθερες επιλογές. Δηλαδή η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ελπιδοφόρου κοινωνικοπολιτικού μπλοκ δυνάμεων για μια νέα διακυβέρνηση στη χώρα και για στροφή στις πολιτικές εξελίξεις στην ΕΕ.

Σε αυτή την προοπτική, θετικών και προωθητικών απαντήσεων στις παραπάνω προκλήσεις, ενσωματώνονται και πρέπει να βρουν έκφραση και ενεργό συμμετοχή ισχυρές δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατικής και της ευρύτερης κεντρογενούς δημοκρατικής παράδοσης.

Αυτή είναι η άποψή μου, επειδή εκτιμώ ότι έχουν επείγοντα χαρακτήρα όλα τα παραπάνω ζητήματα για το κόμμα μας σήμερα, γιατί θεωρώ πολύ φτωχή τη συζήτηση εάν παραμείνει σε ένα επίπεδο όπου κατά τη λαϊκή ρήση «το αγώγι μπαίνει μπροστά από τον αγωγιάτη».